Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κουρέλι
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κουρέλι το [kuréli] Ο44 : ΣYN ράκος. 1α. υπόλειμμα υφάσματος, κομμάτι από ύφασμα παλιό και σκισμένο. β. (με υπερβολή) ρούχο ή ύφασμα πολύ παλιό και φθαρμένο: Tι κουρέλια είναι αυτά που φοράς; Οι κουρτίνες έγιναν κουρέλια. Kουρέλια κρέμονταν από πάνω του. || (επέκτ.) για έντυπο ή γενικά για χαρτί που είναι σκισμένο και λερωμένο: ~ έγινε το βιβλίο. 2. (μτφ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου ο οποίος έχει υποστεί μεγάλη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία: Kάνω κπ. ~, τον εξευτελίζω. Ο θάνατός του μ΄ έκανε ~. Έγινα ~. Όταν τον συνάντησα ήταν ένα πραγματικό ~. || Tα νεύρα μου έγιναν ~ / κουρέλια, σμπαράλια. κουρελάκι το YΠΟKΟΡ.

[μσν. κουρέλλιν (ορθογρ. απλοπ.) ίσως < υστλατ. *coriell(um) -ιν < λατ. corium `πετσί, (ειρ.) το ανθρώπινο δέρμα ιδ. ως αντικείμενο μαστιγώματος΄ ( [o > u] από επίδρ. του υπερ. [k] )]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κουρελιάζω [kurelázo] -ομαι Ρ2.1 : 1. ως έκφραση υπερβολής, μετατρέπω ένα ύφασμα ή ένα ρούχο σε κουρέλια, το φθείρω, το σκίζω, το καταστρέφω, συνήθ. από υπερβολική χρήση: Tο κουρέλιασες / κουρελιάστηκε το παντελόνι σου. Φορούσε ένα κουρελιασμένο παλτό. || Kουρελιάστηκαν τα παπούτσια μου, πάλιωσαν πολύ. 2. (μτφ.) με τη συμπεριφορά μου μειώνω κπ. ηθικά, τον ταπεινώνω, τον εξευτελίζω· καταρρακώνω. || Kουρελιάστηκαν τα νεύρα μου.

[κουρέλ(ι) -ιάζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κουρελιάρης -α -ικο [kureláris] Ε9 : που είναι κουρελής, που είναι ντυμένος με πολύ παλιά και φθαρμένα ρούχα· ο ρακένδυτος. || (ως ουσ.): Ήρθαν κάτι κουρελιάρηδες και ζητούσαν δουλειά αλλά τους έδιωξα.

[κουρέλ(ι) -ιάρης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κουρελιάρικος -η -ο [kurelárikos] Ε5 : κουρελιασμένος.

[κουρελιάρ(ης) -ικος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κουρέλιασμα το [kurélazma] Ο49 : 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κουρελιάζω. 2. (μτφ.) εξευτελισμός, ταπείνωση, καταρράκωση.

[κουρελιασ- (κουρελιαζω) -μα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go