Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κοιτώνας
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κοιτώνας ο [kitónas] Ο2 : χώρος, δωμάτιο για ύπνο δύο ή περισσότερων ατόμων σε ιδρύματα, στρατώνες κτλ.: ~ οικοτροφείου. Aπαγορεύεται το κάπνισμα στους κοιτώνες.

[λόγ. < αρχ. κοιτών, αιτ. -ῶνα `υπνοδωμάτιο΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go