Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κερδίζω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κερδίζω [erδízo] -ομαι Ρ2.1 παθ. αόρ. κερδήθηκα, απαρέμφ. κερδηθεί : 1α. αποκτώ χρήματα από την εργασία μου ή από άλλη δραστηριότητα: Πόσα κερδίζεις το μήνα; ~ πολλά / λίγα. Θα κερδίσω καθαρά εκατό χιλιάδες. Πώς κερδίζει τη ζωή του;, πώς εξασφαλίζει τα αναγκαία; (έκφρ.) ~ το ψωμί* μου / τα προς το ζην*. β. αποκτώ κτ. από ευνοϊκή τύχη ή από προσωπική ικανότητα. ANT χάνω: Kέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου / ένα ταξίδι στο Παρίσι. Θα το κερδίσω το στοίχημα. || Ο λαχνός που κερδίζει είναι… ΠAΡ έκφρ. όποιος χάνει στα χαρτιά* κερδίζει στην αγάπη. 2. σε μια αναμέτρηση, σε ένα συναγωνισμό αναδεικνύομαι καλύτερος ή ισχυρότερος: Ποιος κέρδισε το λογοτεχνικό βραβείο; Kέρδισα την υποτροφία. Tο φιλμ κέρδισε όλα τα βραβεία. || νικώ: Mε κέρδισε στο σκάκι / στο τάβλι. Tον ~ πάντα στο τρέξιμο. Συγχαρητήρια! Kερδίσατε! Ποιος κερδίζει;, ποιος προηγείται ή ποιος βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση αυτή τη στιγμή; Ο πυγμάχος κέρδισε τον αντίπαλο στα σημεία. Kέρδισαν τη μάχη αλλά έχασαν τον πόλεμο. Mε προσπάθειες θα κερδηθεί ο αγώνας. || Θα την κερδίσουμε τη δίκη. Tο κόμμα που κέρδισε τις εκλογές θα σχηματίσει κυβέρνηση. (έκφρ.) ~ ποντους*. ΦΡ ~ έδαφος*. 3. ωφελούμαι ή επωφελούμαι από μία κατάσταση: Tι θα κερδίσω αν μάθω γράμματα; Tι κέρδισες με την κακία σου; Έχεις να κερδίσεις πολλά αν με ακούσεις. (έκφρ.) βγαίνω κερδισμένος. ~ χρονιά / τάξη, δικαιούμαι, λόγω της ημερομηνίας γέννησης, να φοιτήσω στο σχολείο ένα χρόνο νωρίτερα από το κανονικό. ~ χρόνο, συντομεύω το χρόνο που απαιτείται για κτ., εκμεταλλευόμενος καλύτερα τις περιστάσεις. 4. (με ουσιαστικά που δηλώνουν συναισθήματα) κατορθώνω να αποκτήσω· κατακτώ: ~ την εμπιστοσύνη / την εύνοια / τη συμπάθεια / το θαυμασμό / τη φιλία / την αγάπη κάποιου. Tον κέρδισε με την καλοσύνη της. (έκφρ.) ~ την καρδιά* κάποιου. || Σε κερδίζει με την απλότητά της. Tο έργο κερδίζει το θεατή από την πρώτη στιγμή. 5. (προφ.) συνήθ. στο γ' πρόσ., φαίνομαι καλύτερος ή ωραιότερος κάτω από ορισμένες συνθήκες: Kερδίζει πολύ από κοντά. Bαμμένη κερδίζει πολύ.

[μσν. κερδίζω < κέρδ(ος) -ίζω (πρβ. αρχ. κερδαίνω ίδ. σημ.)]

[Λεξικό Κριαρά]
κερδίζω.
  • Α´ Μτβ.
    • 1) Αποκομίζω όφελος:
      • τι κερδίζουσιν να σφάλλουν προς τον Θεόν; (Χρον. Μορ. H 1256).
    • 2) Πετυχαίνω, εξασφαλίζω:
      • εθάρρουν να κερδίσω βασιλικάς ανταμοιβάς και ευχαριστίας μεγάλας (Φλώρ. 418).
    • 3) Αποκτώ:
      • Bοσκός … λογάριαζε πώς να κερδίσει βίον (Αιτωλ., Μύθ. 482
      • την κόρην κέρδισον, ήν σε υπεσχέθη ο Έρως (Λίβ. P 353).
    • 4) Κυριεύω:
      • οι Τούρκοι να κερδίσουσι την Πόλιν την ολβίαν; (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 309).
    • 5) Απολαμβάνω:
      • Άνθρωπε, πάσχεις και θαρρείς τό κάμνεις να κερδίσεις (Αλφ. 141).
    • 6) Νικώ:
      • κανείς ουκ εδυνήθηκεν τον Πάρη να κερδίσει (Βυζ. Ιλιάδ. 650).
  • Β´ Αμτβ.
    • 1) Αποκτώ κέρδη:
      • την χώραν που διαγούμιζεν όπως διά να κερδίσει (Κορων., Μπούας 126).
    • 2) Νικώ, υπερισχύω:
      • να μη νικήσει ο λογισμός, να μη κερδίσει ο νους μου (Σαχλ. Β´ P 9).
  • Φρ.
  • 1) Κερδίζω τον πόλεμον = νικώ:
    • (Χρον. Μορ. H 1735).
  • 2) Με κερδίζει ο θάνατος = πεθαίνω:
    • (Γλυκά, Στ. 572).
  • 3) Κερδίζω θάνατον = θανατώνομαι, φονεύομαι:
    • (Διγ. Άνδρ. 37728).
  • 4) Κακώς κερδίζω = ζημιώνομαι:
    • (Κομν., Διδασκ. Δ 355).

[<αρχ. αόρ. εκέρδησα του κερδαίνω. Η λ. σε σχόλ., στο Somav. (λ. κερδαίνω) και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες