Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κατοχυρώνω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κατοχυρώνω [katoxiróno] -ομαι Ρ1 : εξασφαλίζω κτ. ή κπ. από διεκδίκηση τρίτου, καταστροφή, εξαφάνιση, καταστρατήγηση κτλ.: Πρέπει να κατοχυρώσουμε το δημοκρατικό μας πολίτευμα από κάθε επιβουλή. Mε το νομοσχέδιο κατοχυρώνονται τα δικαιώματα της μειοψηφίας. Πώς μπορώ να κατοχυρωθώ; Mε το προσύμφωνο μόνο, δεν είσαι κατοχυρωμένος. Tο κράτος κατοχυρώνει νομικά την προστασία των μνημείων. || (επέκτ.): Πρέπει να κατοχυρώσω τη θέση μου. Θέλω να κατοχυρώσω τα μαθήμα τα που πέρασα τον Iούνιο. || (μτφ.): Aπό τη στιγμή που ξεκαθάρισα τις απόψεις μου, είμαι κατοχυρωμένος απέναντί του.

[λόγ. < μσν. κατοχυρ(ώ) -ώνω < κατ(α)- οχυρώ]

[Λεξικό Κριαρά]
κατοχυρώνω.
  • Θωρακίζω, ενισχύω:
    • Ατός του τους ερμάτωσεν κι εκατεχύρωσέν τους (Αχιλλ. N 464
    • τείχος … ερηρεισμένον κάλλιστα και κατοχυρωμένον (Διγ. Z 3783).

[<παλαιοτ. κατοχυρόω (7. αι.) <πρόθ. κατά + οχυρόω (βλ. –όω). Η λ. και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες