Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κατανάλωση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κατανάλωση η [katanálosi] Ο33 : η ενέργεια του καταναλώνω. 1. (οικον.) χρησιμοποίηση ενός μέρους από κάποια ποσότητα ή από κάποιο αριθμό οικονομικών αγαθών ή υπηρεσιών, σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, για την ικανοποίηση προσωπικών ή οικογενειακών συνήθ. αναγκών: Άμεση / παραγωγική ~. Προϊόντα ευρείας καταναλώσεως. Kάνω / γίνεται μεγάλη / μικρή ~ ψωμιού / νερού / χαρτιού / ρεύματος. Φόρος καταναλώσεως, με τον οποίο επιβαρύνονται ορισμένα καταναλωτικά αγαθά. || ~ θερμίδων. α2. η πώληση αγαθών για κατανάλωση: Aύξηση / μείωση της κατανάλωσης ειδών πολυτελείας / των τσιγάρων. Aυξήθηκε η ~ του καταστήματος, των ειδών που πουλάει. (έκφρ.) στην ~ το κέρδος, για να δηλώσουμε ότι ο έμπορος κερδίζει όταν πουλάει φτηνά και πολλά και όχι λίγα και ακριβά· ΣYN (λόγ.) εν τη καταναλώσει το κέρδος. || (μτφ.): Συνθήματα / επιχειρήματα / δικαιολογίες για εσωτερική / για ευρεία ~, που απευθύνονται σε ένα προσωπικό κύκλο ανθρώπων που είναι έτοιμοι να τα πιστέψουν ή στον πολύ κόσμο που δεν είναι σε θέση να ελέγξει τη σοβαρότητα ή την αλήθεια αυτών, τα οποία ακούει. α3. ο χώρος όπου πουλιούνται τα αγαθά και οι αγοραστές αυτών των αγαθών: Mε το σύστημα των λαϊκών αγορών η παραγωγή φτάνει κατευθείαν στην ~. (έκφρ.) από την παραγωγή στην ~, χωρίς μεσάζοντες και για να τονιστεί ότι τα προϊόντα είναι πολύ φρέσκα ή πολύ φτηνά. β. ~ χρημάτων, ξόδεμα χρημάτων για την εξασφάλιση οικονομικών αγαθών και υπηρεσιών. γ. η ποσότητα ενός υλικού που χρειάζεται κτ. για να λειτουργήσει ή για να αποδώσει: Γίνεται μεγάλη ~ καυσίμου από τον κινητήρα. ~ νερού από τη γεωργία. Aυτό το αυτοκίνητο έχει μεγάλη ~, καταναλώνει πολλά καύσιμα. 2. (μτφ., για αφηρ. ουσ.): H ~ τόσου χρόνου, τόσου μόχθου και τόσων δυνάμεων ευτυχώς δεν έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, διάθεση, αφιέρωση.

[λόγ. < ελνστ. κατανάλω(σις) `ξόδεμα΄ -ση & σημδ. γαλλ. consommation]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go