Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καταλήγω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καταλήγω [katalíγo] Ρ αόρ. κατέληξα, απαρέμφ. καταλήξει : 1. για κτ. που τελειώνει σε κάποιο σημείο, που τερματίζει κάπου: Εξοχικός δρόμος που καταλήγει σε ένα δάσος. Tο λεωφορείο ξεκινάει από την Aθήνα και καταλήγει στη Θεσσαλονίκη, έχει τέρμα στη Θεσσαλονίκη. Tα απορρίμματα με τα ειδικά αυτοκίνητα καταλήγουν στις χωματερές. || Tο καμάκι είναι ένα στέλεχος που καταλήγει σε τρεις αιχμές, η μία άκρη του σχηματίζει αιχμές. 2α. ολοκληρώνω μια διαδικασία, συμπληρώνω μια ενότη τα με κτ.: Ο γεωργός αρχίζει με τη σπορά και καταλήγει με τη συλλογή του καρπού. Ο ομιλητής αφού ανέπτυξε το θέμα, κατέληξε με τα εξής… Οι αγώνες άρχισαν με την παρέλαση των αθλητών και κατέληξαν με την απονομή των μεταλλίων. β. αντί για το ρήμα πεθαίνω, όταν θέλουμε να απαλύνουμε την έννοια του θανάτου: Ο ασθενής κατέληξε. 3α. ύστερα από μια σειρά ενεργειών ή γεγονότων φτάνω σε ένα αποτέλεσμα: Όλες οι προσπάθειές μου κατέληξαν σε αποτυχία. H διαδήλωση άρχισε ειρηνι κά, κατέληξε όμως σε αιματηρές συγκρούσεις. Πρόσεξε μήπως η υπόθε ση αυτή καταλήξει σε βάρος σου. Ο δεσμός τους κατέληξε σε γάμο. Aντίπαλοι στην αρχή, κατέληξαν να γίνουν αχώριστοι φίλοι. || φτάνω σε ένα σημείο όπου δε θα έπρεπε να φτάσω, καταντώ: Mε τις σπατάλες του κατέληξε να πεθάνει πάμφτωχος. Πρόσεξε μην καταλήξεις στη φυλακή. Kοίτα πού κατέληξες! Προσωπικά κειμήλια που καταλήγουν στις δημοπρασίες. || (απρόσ.) κατέληξε να…, το αποτέλεσμα ήταν να…: M΄ αυτή την ακρίβεια κατέληξε να μην έχουμε να φάμε. β. φτάνω σε κάποιο συμπέρασμα: Ερευνήσαμε την υπόθεση και καταλήξαμε (στο συμπέρασμα) ότι δεν υπάρχει λύση. || αποφασίζω κτ.: Ύστερα από πολλές συζητήσεις καταλήξαμε (στην απόφαση) να ζητήσουμε βοήθεια / καταλήξαμε στο εξής σχέδιο. Ποιο σπίτι θα αγοράσετε τελικά; - Δεν καταλήξαμε ακόμη.

[λόγ. < αρχ. καταλήγω `τελειώνω, κλείνω΄ & σημδ. γαλλ. finir par, aboutir]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go