Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κατάλογος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κατάλογος ο [katáloγos] Ο19 : εγγραφή ονομάτων, αριθμών ή πραγμάτων που ανήκουν σε μια ομάδα, σύμφωνα με ορισμένη σειρά, καθώς και το βιβλίο ή το φύλλο όπου καταγράφονται αυτά τα στοιχεία: Ονομαστικός ~, κατάλογος ονομάτων. Aλφαβητικός ~, με αλφαβητική σειρά. Xρονολογικός ~, με χρονολογική σειρά. Tηλεφωνικός ~, με τα ονόματα και τους αριθμούς τηλεφώνου των συνδρομητών. Εκλογικός ~, πίνακας με τα ονόματα εκλογέων μιας ορισμένης εκλογικής περιφέρειας. Ο καθηγητής φώναξε τα ονόματα των μαθητών από τον κατάλογο. Kαταρτίστηκε ο ~ των τιμών των φρούτων και λαχανικών. ~ εστιατορίου / ταβέρνας / ζαχαροπλαστείου, με τα φαγητά ή τα γλυκά. ~ βιβλιοθήκης / βιβλιοπωλείου. Φωνάζω (τον) κατάλογο, εκφωνώ τα ονόματα του καταλόγου. || Mακρύς είναι ο ~ των ευεργεσιών / των αδικημάτων κτλ., για να δηλώσουμε τη μεγάλη συχνότητά τους.

[λόγ. < αρχ. κατάλογος `εγγραφή΄ & σημδ. γαλλ. liste]

[Λεξικό Κριαρά]
κατάλογος ο.
  • 1)
    • α) Αναγραφή ονομάτων κατά σειρά· ο σχετικός πίνακας αναγραφής:
      • Τοις αρχιερεύσιν και πάσιν τοις του ιερατικού καταλόγου (Ωροσκ. 401
    • β) σύνολο προσώπων που τα ονόματά τους αναγράφονται στον πίνακα·
      • (εδώ) κλήρος, ιερατείο:
        • ο ιερός της εκκλησίας κατάλογος ουκ ηρέμησαν και τον όχλον ανέσειον (Ψευδο-Σφρ. 16625).
  • 2) Φήμη προσώπου:
    • εξέβην ο κατάλογος και η φήμη του Λιβίστρου (Λίβ. Sc. 2057).
  • 3) Στιχούργημα ερωτικό:
    • ερωτικός κατάλογος Λιβίστρου προς την κόρην (Λίβ. Esc. 1906).

[αρχ. ουσ. κατάλογος. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go