Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καλύβα
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καλύβα η [kalíva] Ο25 : 1. χωριάτικο σπιτάκι, με ένα μόνο χώρο, κατασκευασμένο πρόχειρα και με πολύ απλά υλικά, συνήθ. με κλαδιά, καλάμια ή χόρτα δεμένα με λάσπη, και με χωμάτινο δάπεδο: H ~ του τσοπάνη. Ψαράδικες καλύβες. (έκφρ.) η ~ του Kαραγκιόζη*. || (επέκτ.) απλό εξοχικό σπιτάκι, χτιστό ή ξύλινο. 2. καθεμιά από τις μικρές μοναστικές κατοικίες στο Άγιον Όρος, που αποτελούν τη σκήτη· καλύβη. καλυβούλα η YΠΟKΟΡ.

[αρχ. καλύβ(η) μεταπλ. -α· καλύβ(α) -ούλα]

[Λεξικό Κριαρά]
καλυβάκιν το.
  • Καμαράκι, σοφίτα:
    • καλυβάκιν έκαμεν στο δώμα της απάνω (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1780).

[<ουσ. καλύβι + κατάλ. άκιν. Τ. ι στο Somav. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go