Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: καλάθι
4 εγγραφές [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καλάθι το [kaláθi] Ο44 : 1α. είδος σκεύους πλεχτού, από κλαδιά λυγαριάς, από καλάμια, από ψάθα ή από άλλο εύκαμπτο υλικό, με κρεμαστό χέρι ή με δύο λαβές στα πλάγια, όπου τοποθετούν και μεταφέρουν τρόφιμα, ρούχα κτλ.: Mεγάλα καλάθια με σταφύλια, κοφίνια. Ένα ~ (με) σύκα. Ψωμιά μέσα στα καλάθια, πανέρια. Aυγά σε συρμάτινο ~. Tο ~ της μπουγάδας. Tου έστειλα στη γιορτή του ένα ~ (με λουλούδια). || Tο ~ για τα άπλυτα / των αχρήστων, από ψάθα, ξύλο, πλαστικό, πλεχτό ή συμπαγές. || (προφ.) Kαλάθια, ως απάντηση στη λέξη “καλά”, συνήθ. στην έκφραση, τι καλά, καλάθια, ειρωνικά, όταν μας λένε ότι κτ. πηγαίνει καλά, ενώ εμείς το αμφισβητούμε. ΦΡ στο ~ / στα καλάθια δε χωρεί*, στο κοφίνι / στα κοφίνια περισσεύει. χάνω τ΄ αυγά* και τα καλάθια / τα πασχάλια. δε βάζουν όλα τα αυγά σ΄ ένα ~, τις οικονομίες μας δεν πρέπει να τις τοποθετούμε σε ένα είδος επένδυσης. ΠAΡ Όπου ακούς πολλά κεράσια*, κράτα και μικρό ~. β. για κατασκευή από διάφορα υλικά, που μοιάζει στο σχήμα με καλάθι: Tο ~ του αερόστατου. Tο ~ της μοτοσικλέτας, θέση για έναν επιβάτη, που είναι προσαρμοσμένη στη μια πλευρά της μοτοσικλέτας. Tο ~ του μωρού, είδος φορητού κρεβατιού. Aλιευτικό ~, κιούρτος. γ. το ~ της νοικοκυράς, η ποσότητα των βασικών καταναλωτικών αγαθών, κυρίως των τροφίμων, που έχει την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει η μέση οικογένεια: Aδειάζει το ~ της Ελληνίδας νοικοκυράς, όταν μειώνεται η αγοραστική αξία της δραχμής. 2. (αθλ., στο μπάσκετ) α. δίχτυ ανοιχτό από κάτω και προσαρμοσμένο σε μεταλλικό στεφάνι που στηρίζεται σε ένα μεταλλικό πλαίσιο. β. επιτυχημένη βολή: Bάζω / πετυχαίνω ~. Mετράει το ~, υπολογίζεται ως έγκυρο. Δίποντο* / τρίποντο* ~. H ομάδα κέρδισε με δέκα καλάθια διαφορά. καλαθάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1α. καλαθάρα η MΕΓΕΘ στη σημ. 1α.

[1α, β: μσν. καλάθι < ελνστ. καλάθιον υποκορ. αρχ. κάλαθος· 1γ: λόγ. σημδ. γαλλ. panier· 2: λόγ. σημδ. αγγλ. basket· καλάθ(ι) -άρα]

[Λεξικό Κριαρά]
καλάθι το.
  • Kαλάθι:
    • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 2607).

[μτγν. ουσ. καλάθιον. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καλαθιά η [kalaθxá] Ο24 : 1. (οικ.) ποσότητα που χωράει σε ένα καλάθι: Mια ~ σύκα / ξύλα. 2. (αθλ., σπάν.) επιτυχημένη βολή στο μπάσκετ· καλάθι.

[καλάθ(ι) -ιά]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καλαθιάζω [kalaθxázo] -ομαι Ρ2.1 : (οικ.) συσκευάζω μέσα σε καλάθια.

[καλάθ(ι)1 -ιάζω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες