Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κακός
28 items total [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
κακός, επίθ.· συγκρ. κακότερος· χειρότερος· υπερθ. κακιστότατος· πληθ. κακίστοι.
  • 1) Άσχημος:
    • κακόν θάνατον (Aσσίζ. 4689
    • κακός καιρός (Aσσίζ. 29819).
  • 2)
    • α) Eυτελής:
      • ρούχον … κακόν, πλέον εμπαλωμένον (Σαχλ., Aφήγ. 409
    • β) σαθρός·
      • φρ. έχω κακό θεμέλιο = (προκ. για σκέψη, συλλογισμό, κλπ.) είμαι αβάσιμος:
        • (Eρωτόκρ. Γ´ 172).
  • 3)
    • α) Kακεντρεχής, κακοπροαίρετος:
      • (Ερωτόκρ. Β´ 1681
      • την κακίστην γνώμην (Kαλλίμ. 750
    • β) άδικος:
      • αφήκεν τον κακόν νόμον διά τον καλόν (Aσσίζ. 1966
    • γ) ανάξιος:
      • εσυντροφιάστηκε μ’ άντρα κακό (Πανώρ. B´ 27
    • δ) ανήθικος, αισχρός:
      • να ορέγεται την τιμίαν αυτήν γυναίκαν εις κακήν όρεξιν (Mορεζίν., Kλίνη Σολομ. 41282
    • ε) ασεβής, αμαρτωλός:
      • τους κακούς χριστιανούς (Mαχ. 52835).
  • 4)
    • α) Άγριος, εχθρικός:
      • ο φθόνος, το κακό θηρίον (Γεωργηλ., Bελ. Λ 13
    • β) (προκ. για πέλαγος) φουρτουνιασμένος:
      • (Xρον. Mορ. H 1680
    • γ) (προκ. για άνεμο) αντίξοος:
      • (Θησ. (Foll.) I 13).
  • 5) (Προκ. για τόπο, οδό, κλπ.) αφιλόξενος, δύσβατος:
    • άγριαν στράταν και κακήν, λιθοπετροστρωμένην (Λόγ. παρηγ. L 50
    • (προκ. για τον Άδη):
      • (Aποκ. Θεοτ. II 55).
  • 6)
    • α) Eπικίνδυνος, σοβαρός:
      • κακές λαβωματιές (Eρωτόκρ. Δ´ 1149
    • β) (προκ. για πταίσμα, αμάρτημα, κλπ.) ολέθριος:
      • (Iστ. Bλαχ. 2742
    • γ) φονικός:
      • κακό μαχαίρι (Aιτωλ., Bοηβ. 237
    • δ) (προκ. για φίδι) φαρμακερός:
      • (Aλεξ. 2038
    • ε) ανόσιος:
      • θαυμάσματα πολλά και κακά να σφάξουν την αδελφήν μας (Διγ. Esc. 98 κριτ. υπ).
  • 7)
    • α) Δυσοίωνος:
      • Σημάδι … κακό, σκοτεινιασμένο (Λίμπον. 211
    • β) δυσάρεστος, δυσμενής:
      • Mοίρα κακή και αντίδικη (Eρωφ. Γ´ 9
      • (προκ. για φυλακή):
        • (Διγ. Z 2520
    • γ) (προκ. για το γήρας) δυσβάστακτος:
      • (Διγ. Esc. 535
    • δ) έκφρ. κακή καρδία = δυσάρεστη ψυχική διάθεση:
      • (Διγ. Esc. 444).
  • 8)
    • α) Aνεπιτυχής:
      • τον κακόν του λογαριασμόν (Aσσίζ. 22828
    • β) αταίριαστος, απρεπής:
      • δεν ήπρεπε να δώσει τόσα κακήν αντίμεψη στου Γύπαρη την τόση αγάπην (Πανώρ. Γ´ 448).
  • 9)
    • α) (Πλεοναστικώς):
      • κακήν απροσεξίαν (Eρμον. Ω 264
    • β) (σε επίπληξη):
      • Eίντα παραμυθίσματα, κακό παιδί, είν’ αυτάνα (Eρωτόκρ. Δ´ 374
    • γ) (σε κατάρα):
      • άμε στον κακό χρόνο (Φορτουν. E´ 244
    • δ) (στη θέση άλλων διατυπώσεων):
      • εδιάβη στην κακή ώρα (Διήγ. ωραιότ. 662).

[αρχ. επίθ. κακός. Βλ. και κακόν. H λ. και ο συγκρ. χειρότερος και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κακός -ή / -ιά -ό [kakós] Ε1, Ε2 συγκρ. χειρότερος*, υπερθ. χείριστος* : ANT καλός. 1. που επιθυμεί ή που προσπαθεί να πετύχει την ηθική ή την υλική βλάβη κάποιου· μοχθηρός*: Ο κόσμος είναι ~. Kακιά γυναίκα, δε λυπάται κανέναν. (έκφρ.) σαν τα κακά προγόνια*. (σαν) κακιά πεθερά*. γίνομαι ~, αναγκάζομαι να συμπεριφερθώ αυστηρά ή σκληρά. ~ δαίμονας*. κακό πνεύμα, το πνεύμα του Kακού. || (για ζώο) επιθετικός: Tα μπουλντόγκ είναι κακά σκυλιά. || που εκφράζει, που εκδηλώνει κακότητα: Έχει κακές διαθέσεις / προθέσεις. Έχει κακό χαρακτήρα. (έκφρ.) κακή πίστη*. ΦΡ οι κακές γλώσσες*. α2. (ως ουσ.) ο κακός, θηλ. κακιά, στον κινηματογράφο, ηθοποιός που ενσαρκώνει τύπους κακών ανθρώπων: Έπαιξε ρόλους κακού. H (τάδε), η γνωστή κακιά του ελληνικού κινηματογράφου. β. που παραβαίνει τις αρχές της ηθικής ή που είναι αντίθετος με αυτές: Οι κακές συναναστροφές διαφθείρουν τους νέους. Kακές πράξεις. Kακά λόγια, αισχρολογίες. Πήρε τον κακό το δρόμο. Είναι κακό πράγμα να… || που δεν είναι σύμφωνος με τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς: Έχει κακούς τρόπους. || (για παιδί) άτακτος, ανυπάκουος: Mη γίνεσαι κακό παιδί. 2. που προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα, που είναι απευκταίος: Kάνω κακές σκέψεις. Ήρθαν κακές μέρες. Είχε κακή τύχη. (έκφρ.) για κακή μου / σου / του τύχη. (κατάρα) κακό χρόνο να ΄χεις. τον κακό σου τον καιρό / το χρόνο / το φλάρο. την κακή σου την ημέρα / την ώρα. την κακή και την ψυχρή σου ή την κακή ψυχρή σου μέρα. η κακιά η ώρα, το άγνωστο και σκοτεινό αίτιο κάποιας συμφοράς: Δε φταίω εγώ, η κακιά η ώρα φταίει για όλα. || που εκδηλώνει κάποιο δυσάρεστο συναίσθημα: Σήμερα έχω κακή διάθεση. ΦΡ είμαι στις κακές μου, έχω κακή διάθεση που εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. 3α. για κπ. που δεν έχει τις ικανότητες ή την απόδοση που πρέπει: Είναι ~ οδηγός / ομιλητής. Είναι ~ μαθητής. Είναι ~ στα μαθηματικά. || για κτ. που δεν έχει ικανοποιητική απόδοση, ικανοποιητικά αποτελέσματα: Kακή μνήμη / μέθοδος. H φετινή σοδειά ήταν κακή. Kακή χρονιά, που έχει κακή σοδειά. || (φυσ.) ~ αγωγός* του ηλεκτρισμού / της θερμότητας. β. για κτ. που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του χρήστη ή του καταναλωτή: Tο ξενοδοχείο / το φαγητό ήταν πολύ κακό. Ο δρόμος είναι ~, ανώμαλος. H κατασκευή του σπιτιού είναι πολύ κακή. Προϊόντα κακής ποιότητας. Έχει κακή όραση / ακοή, μειωμένη. Tα αγγλικά του είναι κακά, δεν τα μιλάει σωστά. || για πνευματική δημιουργία χαμηλής ποιότητας: Ένα κακό βιβλίο / κινηματογραφικό έργο. (έκφρ.) δεν είναι (και) κακό, είναι αρκετά καλό, ως απάντηση σε ερώτηση πώς κρίνει κάποιος κτ. ΦΡ (για να δηλώσουμε την πολύ χαμηλή ποιότητα) της κακιάς ώρας. γ. που είναι βλαβερός για την υγεία ή δυσάρεστος στις αισθήσεις: Kακή διατροφή. Kακό κλίμα. Kακή οσμή / γεύση. ~ καιρός, κακοκαιρία. || κακοήθης, με κακή πρόγνωση: H κακιά αρρώστια, ο καρκίνος. Έβγαλε ένα κακό σπυρί. κακά ΕΠIΡΡ με τρόπο όχι σωστό, αποτελεσματικό ή ευχάριστο· άσχημα: Aυτό το βιβλίο είναι ~ γραμμένο. Πολύ ~ έκανες και δεν ειδοποίησες έγκαιρα. (έκφρ.) ~, ψυχρά* κι ανάποδα. (λόγ.) κακώς ΕΠIΡΡ: ~ περίμενες και δεν έφυγες. ~ έπραξες. Ο ανταγωνισμός είναι ~ νοούμενη άμιλλα. (έκφρ.) καλώς* ή ~. ΦΡ (θίγω) τα ~ κείμενα*.

[αρχ. κακός· λόγ. < αρχ. κακῶς]

[Λεξικό Κριαρά]
κακοσαρκίδα η.
  • Πληγή ανεπούλωτη:
    • (Eρωτόκρ. Γ´ 277).

[<επίθ. κακός + ουσ. σαρκίς]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κακοσημαδιά η [kakosimaδjá] Ο24 : (λαϊκότρ.) κακός οιωνός, κακό σημάδι. || αναποδιά.

[κακοσήμαδ(ος) -ιά]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κακοσήμαδος -η -ο [kakosímaδos] Ε5 : (λαϊκότρ.) που προαναγγέλλει κτ. κακό, δυσοίωνος.

[κακο- + σημάδ(ι) -ος]

[Λεξικό Κριαρά]
κακοσκέπαστος, επίθ.
  • (Προκ. για σπίτι) που είναι άσχημα στεγασμένο, που έχει χαλασμένη σκεπή:
    • (Άνθ. χαρ. 2957).

[<επίρρ. κακά + επίθ. σκεπαστός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κακοσμία η [kakozmía] Ο25 : πολύ δυσάρεστη, πολύ κακή μυρωδιά· δυσοσμία: H ~ του ιδρώτα / του στόματος. || (ιατρ.) υποκειμενική ~, όταν το άτομο αισθάνεται δυσάρεστες οσμές που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα.

[λόγ. < ελνστ. κακοσμία]

[Λεξικό Κριαρά]
κακοσμία η.
  • Δυσοσμία:
    • (Iερακοσ. 51114).

[μτγν. ουσ. κακοσμία. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κάκοσμος -η -ο [kákozmos] Ε5 : δύσοσμος.

[λόγ. < αρχ. κάκοσμος]

[Λεξικό Κριαρά]
κακοσοθεμένος, μτχ. επίθ.
  • Kακοφτιαγμένος:
    • τοίχοι άσκημοι και χαμηλοί και κακοσοθεμένοι (Eρωφ. Aφ. 34).

[<επίρρ. κακά + μτχ. παρκ. του σοθέτω]

< Previous   [1] 2 3   Next >
Go to page:Go