Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καθετί
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καθετί [káθetí] αντων. αόρ. (άκλ.) : χρησιμοποιείται στη θέση ουσιαστικού ουδέτερου γένους στην ονομαστική και αιτιατική του ενικού αριθμού: α. χωρίς άρθρο· κάθε πράγμα, οτιδήποτε: ~ που λαχταρά το έχει. Θαυμάζει ~ ελληνικό. Tους αγαπούσε περισσότερο από ~ στον κόσμο. β. με άρθρο· όλα τα πράγματα, τα πάντα: (Tο) ~ σ΄ αυτό το σπίτι είναι καλόγουστο. Tο αγαθό της ελευθερίας είναι ανώτερο από το ~, ανώτερο από όλα, το ανώτατο αγαθό.

[< κάθε + τι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go