Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κέδρο
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κεδρόμηλο το [keδrómilo] Ο41 : ο καρπός του κέδρου.

[κέδρ(ος) -ο- + μήλο (διαφ. το ελνστ. κεδρόμηλον `κίτρο΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κέδρος ο [kéδros] Ο18 & κέδρο το [kéδro] Ο39 : είδος κωνοφόρου δέντρου, με μεγάλο κορμό και ογκώδη ακανόνιστα απλωτά κλαδιά· είναι δέντρο ψηλό, αειθαλές και εντυπωσιακό με εξαιρετικής ποιότητας, ελαφρύ, μαλακό, αρωματικό ξύλο που δε σαπίζει: Οι κέδροι του Λιβάνου.

[ελνστ. κέδρος ὁ < αρχ. κέδρος ἡ· μεταπλ. σε ουδ. με βάση την αιτ.]

[Λεξικό Κριαρά]
κέδρος ο — η· κένδρος ο.
  • Κέδρος:
    • (Χούμνου, Κοσμογ. 1165
    • αετός εκάθετον σ’ εκείνον γαρ τον κένδρον (Αλεξ. 2652).
  • H λ. ως τοπων.:
    • (Πορτολ. Α 2091).

[αρχ. ουσ. κέδρος η. Ο τ. στο Du Cange· πβ. τ. ντρος (ο) στο Meursius, στο Du Cange και σήμ. ιδιωμ. (Χελδράιχ-Μηλιαράκης 1925: 132). Η λ. στο αρσ. μτγν. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go