Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κάτοικος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κάτοικος ο [kátikos] Ο19 θηλ. κάτοικος [kátikos] Ο36 : αυτός που διαμένει σ΄ έναν τόπο, που έχει την κατοικία του σ΄ αυτόν: H Ελλάδα έχει περίπου δέκα εκατομμύρια κατοίκους. Οι κάτοικοι των χωριών και των πόλεων. Ο αριθμός των κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο δείχνει την πυκνότητα του πληθυσμού. Πόσοι είναι οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού / της περιοχής; || Οι κάτοικοι των σπηλαίων.

[λόγ. < αρχ. κάτοικος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Κριαρά]
κάτοικος ο.
  • Κάτοικος:
    • (Διγ. O 1589).
  • Ως επίθ. = κατοικημένος:
    • ο ναός … ήταν όλος έξωθεν το γύρον κάτοικος ανθρώπους (Ιστ. πατρ. 8211‑2).

[αρχ. ουσ. κάτοικος. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go