Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κάπου
17 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κάπου [kápu] επίρρ. : με αόριστη αναφορά σε: 1. τόπο· σε κάποιο σημείο: ~ πήγε / πετάχτηκε. ~ το έχει κρύψει. Πρέπει ~ να βρεθούμε. Πού θα μου πάει· ~ θα τον πετύχω! Xτύπησε ~ στο πόδι. ~ εδώ γύρω / εκεί. ~ στο σπίτι. (έκφρ.) κάποιος, ~, κάποτε*. || με ρήματα ή ρηματικές εκφράσεις που εκφράζουν κίνηση: Mου είπε πως έχει ~ να πάει. ~ πάει, αλλά δεν ξέρουμε πού. || Aπό ~, από κάποιο σημείο: Πιάνομαι / στηρίζομαι από ~. || διέλευση: Πέρασαν από ~. || εκκίνηση: Ξεκινώ / έρχομαι από ~. 2. χρόνο. α. κάποια στιγμή: ~ κουράστηκε να τον ανέχεται. ~ μπούχτισα / βαρέθηκα. β. (με επανάληψη) ~ ~, πότε πότε, μερικές φορές, από καμιά φορά, κάποτε: ~ ~ τηλεφωνιόμαστε / συναντιόμαστε / πηγαίνουμε καμιά βόλτα. || (ειρ.) γι΄ αυτόν που κατά την κρίση του ομιλητή παραμελεί το κύριο έργο του: ~ ~ έρχεται και στο σχολείο / στη δουλειά. ~ ~ μαγειρεύει και κανένα φαΐ, ενώ θα έπρεπε να μαγειρεύει κάθε μέρα. || ~ έχουν δίκιο (και) ~ άδικο, σε κάποιο σημείο, άλλοτε… άλλοτε. 3. (προφ.) τρόπο· κάπως, με κπ. τρόπο: ~ τα κατάφερα και θα πάω διακοπές φέτος. 4. με απόλυτο αριθμητικό για να δηλώσει υπολογισμό κατά προσέγγιση· περίπου: Mου στοίχισε ~ εκατό χιλιάδες. Ήταν συγκεντρωμένοι ~ εκατό φοιτητές. ~ δυο χρόνια πέρασαν από τότε. ~ πέντε χρόνια πριν.

[μσν. κάπου (στις σημ. 1, 2α) < που με προσθήκη του κα- κατά το κά-ποιος και τον. στην προπαραλ. κατά τα άλλα αοριστολογικά: όποιος]

[Λεξικό Κριαρά]
κάπου, επίρρ.· οκάπου· ουκάπου.
  • 1) (Τοπ., προκ. για στάση ή κίνηση) σε κάποιο τόπο:
    • τέως οκάπου ηύρηκα το ταρτερόν (Προδρ. III 149
    • κάπου … επήγασιν (Αιτωλ., Μύθ. 1253).
  • 2) (Χρον.)
    • α) κάποτε, κάποια στιγμή:
      • κάπου αποκρίθην τους (Απόκοπ. 159 κριτ. υπ.
    • β) ενίοτε, καμιά φορά:
      • μόνον για τούτον κάπου αναστενάζω (Κυπρ. ερωτ. 655
      • έκφρ. κάπου και αραιά, βλ. αραιά.

[<σύνδ. καν + επίρρ. που. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
καπουκάνος ο· καπικάνος.
  • Πελεκάνος:
    • (Πουλολ. 41).

[άγν. ετυμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
κάπουλα τα.
  • Καπούλια:
    • (Διγ. Άνδρ. 3901).

[<ουσ. καπούλια τα (βλ. ι(ο)ν)]

[Λεξικό Κριαρά]
καπούλα η.
  • (Εν. και πληθ.) καπούλια:
    • (Σαχλ. B´ PM 459
    • τα φαριά τους έκρουεν απάνω στες καπούλες (Αχιλλ. L 1002).

[<λατ. scapulae ‑arum. Η λ. το 10. αι. και σήμ. κρητ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καπούλι το [kapúli] Ο44 : 1. (οικ., κυρ. πληθ.) τμήμα της ράχης των υποζυγίων, ανάμεσα στη νεφρική χώρα και στο σημείο έκφυσης της ουράς: Tην έβαλε να καθίσει στα καπούλια του αλόγου. Έδωσε του αλόγου του μια στα καπούλια, για να τρέξει. 2. (ειρ., οικ.) προτεταμένα και κατά συνέπεια αντιαισθητικά οπίσθια του ανθρώπινου σώματος, κυρίως του γυναικείου: Περπατάει και κουνάει τα καπούλια της.

[μσν. καπούλι(ο)ν υποκορ. του κάπουλα < *σκάπουλα (αποβ. του σ- από συμπροφ. με το άρθρο στη γεν. εν. και στην αιτ. πληθ. [tis-ska > tiska > tis-ka) < πληθ. *σκάπουλαι < λατ. scapulae `ωμοπλάτη ανθρώπου ή ζώου΄]

[Λεξικό Κριαρά]
καπούλι(ο)ν το.
  • (Εν. και πληθ.) τα νώτα των μεγάλων τετραπόδων, ιδ. των υποζυγίων (εδώ του αλόγου):
    • πρασινορόδινον βλαττίν είχεν εις το καπούλιν (Διγ. Z 1523· Ερωτόκρ. Β´ 299).

[<ουσ. καπούλα + κατάλ. ι(ο)ν. Η λ. το 10. αι. και σήμ. στον πληθ.]

[Λεξικό Κριαρά]
καπουλίζω.
  • «Καβαλικεύω» (προκ. για ερωτική μίξη):
    • (Συναξ. γυν. 816).

[<ουσ. καπούλι(ο)ν + κατάλ. ίζω]

[Λεξικό Κριαρά]
καπουλική η.
  • Το επάγγελμα του αχθοφόρου:
    • αν έμαθα καπουλικήν και σηκωτής αν ήμουν (Προδρ. III 157-1 χφ P κριτ. υπ).

[θηλ. του επιθ. *καπουλικός ως ουσ.]

[Λεξικό Κριαρά]
καπούριν το· καππούριν.
  • Φρυγανισμένο ψωμί, παξιμάδι:
    • (Ασσίζ. 49624).

[<μτγν. ουσ. καπύριον. Η λ. στο Du Cange (ιον)]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go