Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ιστορικός
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιστορικός ο [istorikós] Ο17 θηλ. ιστορικός [istorikós] Ο34 : 1. ο επιστήμονας που ασχολείται με τη μελέτη και την έρευνα της ιστορίας: Ο ~ προχωρεί πέρα από τον απλό ιστοριογράφο και τον ιστοριοδίφη, ως τη βαθύτερη ερμηνεία και αξιολόγηση των γεγονότων. Οι νεότεροι / σύγχρονοι ιστορικοί. Οι ιστορικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας / του θεάτρου. 2. ο συγγραφέας ιστορίας μιας συγκεκριμένης περιόδου, ενός προσώπου κτλ.· (πρβ. ιστοριογράφος, χρονικογράφος): Ο Θουκυδίδης, ο ~ του Πελοποννησιακού Πολέμου.

[λόγ. < αρχ. ἱστορικός· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Κριαρά]
ιστορικός, επίθ.· ’στορικός.
  • Ιστορικός:
    • λόγον ιστορικόν της Θεοτόκου (Κώδ. Πάτμου I 181).
  • Το αρσ. ως ουσ. = ιστοριογράφος:
    • στον ’στορικόν Σουίδα (Αλεξ. Επίλ. 32).

[αρχ. επίθ. ιστορικός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιστορικός -ή -ό [istorikós] Ε1 : που έχει σχέση με την ιστορία. 1α. που ανήκει ή αναφέρεται στην επιστήμη της ιστορίας: Iστορικές σπουδές / μελέτες / έρευνες. Iστορικό σύγγραμμα / αρχείο / μουσείο. || ~ υλισμός. β. που εξετάζει ή παρουσιάζει το αντικείμενό του από την άποψη της εξέλιξής του, της ιστορίας του· (πρβ. διαχρονικός). ANT συγχρονικός: Iστορική μελέτη ενός πράγματος. Iστορική γραμματική / γλωσσολογία. Iστορικό λεξικό. Iστορική ορθογραφία. 2. που έχει σχέση με την ιστορία ενός τόπου ή ενός λαού, που έχει μια σχετικά σημαντική και μακρόχρονη ιστορία: Οι ιστορικοί τόποι της Ελλάδας. Iστορικά μνημεία / κειμήλια. H ιστορική συνοικία της πόλης μας. Iστορική οικογένεια. || που αφορά την ιστορία: H ιστορική μνήμη / συνείδηση ενός λαού. Iστορικές αναμνήσεις. 3α. που είναι γνωστός από την ιστορία, που πραγματικά υπήρξε ή έγινε· (πρβ. πραγματικός, υπαρκτός). ANT μυθικός, μυθολογικός, φανταστικός, πλαστός: Iστορικό γεγονός. Οι αναφορές σε πρόσωπα ιστορικά προσδίδουν κάποια αληθοφάνεια σε μια υπόθεση καθ΄ όλα φανταστική. β. του οποίου η υπόθεση αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα: Iστορικό μυθιστόρημα / δράμα / έπος. Iστορικά δημοτικά τραγούδια. γ. (σε αντιδιαστολή προς το προϊστορικός): Iστορικοί χρόνοι. Iστορική περίοδος. 4. (γραμμ.) οι ιστορικοί χρόνοι του ρήματος, που αναφέρονται στο παρελθόν, δηλαδή, στα νέα ελληνικά, ο παρατατικός, ο αόριστος και ο υπερσυντέλικος. ~ ενεστώτας, που χρησιμοποιείται κατά την αφήγηση γεγονότων του παρελθόντος, για να δώσει ζωντάνια και παραστατικότητα στο λόγο. 5. πάρα πολύ σημαντικός για το παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον: Zούμε σε στιγμές πραγματικά ιστορικές. Θα τολμήσουν άραγε να πάρουν την ιστορική αυτή απόφαση; 6. (ως ουσ.) ο ιστορικός*, το ιστορικό*. ιστορικά & (λόγ.) ιστορικώς ΕΠIΡΡ στη σημ. 1: Γεγονός εξακριβωμένο ~.

[λόγ.: 1-2: αρχ. ἱστορικός· 3-5: γαλλ. historique (στις νέες σημ.) < λατ. historicus < αρχ. ἱστορικός· λόγ. < αρχ. ἱστορικῶς]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιστορικοσυγκριτικός -ή -ό [istorikosiŋgritikós] Ε1 : (γλωσσ.) που αναφέρεται στη σύγκριση μεταξύ γλωσσών με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν την κοινή τους καταγωγή: Iστορικοσυγκριτική γλωσσολογία / μέθοδος. Iστορικοσυγκριτική γραμματική των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.

[λόγ. ιστορικ(ός) -ο- + συγκριτικός μτφρδ. γερμ. historisch-vergleichende (Methode)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go