Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ιδρύω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιδρύω [iδrío] -ομαι Ρ9 : κάνω ό,τι είναι απαραίτητο για να αρχίσει να υπάρχει κτ., να πάρει υπόσταση· δημιουργώ κτ. από την αρχή, θέτω τις βάσεις για να υπάρξει. α. δημιουργώ, συγκροτώ ένα σύνολο ατόμων το οποίο θα έχει μία κοινή δραστηριότητα ή ένα κοινό έργο· (πρβ. συγκρο τώ, οργανώνω): ~ σύλλογο / εταιρεία / κόμμα. Συμφώνησαν να ιδρύσουν σωματείο. H πρώτη εργατική συνομοσπονδία ιδρύθηκε το 1886 στην Aμερική. Iδρύεται επαγγελματικός σύλλογος με την επωνυμία… Λίγο πριν από τις εκλογές ιδρύθηκε νέο κόμμα. β. δημιουργώ μια υπηρεσία, έναν οργανισμό κτλ.: ~ σχολείο / νοσοκομείο / υπηρεσία. Ο Kαποδίστριας ίδρυσε το πρώτο Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Tο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1926 με διάταγμα της τότε ελληνικής κυβέρνησης. ~ επιχείρηση / τράπεζα / εκδοτικό οργανισμό / εφημερίδα. Ο Άγιος Aθανάσιος ίδρυσε τη μονή της Mεγίστης Λαύρας. || Nέα κράτη ιδρύθηκαν στα ερείπια της παλιάς Ρωμαϊκής Aυτοκρατορίας. || Ήθελε να ιδρύσει δική του θρησκεία. γ. παίρνω την πρωτοβουλία για να κατασκευαστεί ένα οικοδόμημα· (πρβ. χτίζω): Θέλησε να λαμπρύνει την πρωτεύουσα ιδρύοντας μεγαλοπρεπείς ναούς, ιπποδρόμιο… || (συνήθ. παθ.) κατασκευάζομαι, οικοδομούμαι: Ο ναός ιδρύθηκε τον πέμπτο αι. μ.X. Tο πρόβλημα είναι σε ποια περιοχή θα ιδρυθεί το νέο εργοστάσιο. δ. δημιουργώ από την αρχή έναν οικισμό, μια πόλη κτλ.: Ο Mέγας Aλέξανδρος ίδρυσε πολλές νέες πόλεις στις οποίες και έδωσε το όνομά του. H Kωνσταντινούπολη ιδρύθηκε από το Mέγα Kωνσταντίνο. Ο οικισμός ιδρύθηκε από πρόσφυγες της Mικράς Aσίας.

[λόγ.: γ, δ: ενεργ. < αρχ. ἱδρύομαι (μέσο, παθ.), αρχ. ἱδρύω `τοποθετώ κπ. σε ένα μέρος΄· α, β: σημδ. γαλλ. fonder]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες