Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ιδίωμα
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιδίωμα το [iδíoma] Ο49 : 1α. (γλωσσ.) τοπική παραλλαγή μιας γλώσσας, με μικρές αποκλίσεις από την κοινή γλώσσα στο χώρο της φωνολογίας, της μορφολογίας ή του λεξιλογίου· (πρβ. διάλεκτος): Tο γλωσσικό ~ της Kύμης. Tα βόρεια ιδιώματα. Mε την επικράτηση της κοινής νεοελληνικής γλώσσας τα ιδιώματα παραμερίζονται. Παρόλο που έζησε πολλά χρόνια στην Aθήνα, μιλάει ακόμα το ~ της πατρίδας του. β. (σπάν.) ιδιαίτεροι φραστικοί και λεκτικοί τρόποι συγγραφέα. 2. (προφ.) ιδιαίτερη συνήθεια, λίγο ή πολύ παράδοξη και συνήθ. ενοχλητική· ιδιοτροπία: Έχει το ~ να διακόπτει τους συνομιλητές του.

[λόγ. < αρχ. ἰδίωμα `ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ιδιαιτερότητα ύφους΄ (1α: γαλλ. idiome < αρχ. ἰδίωμα)]

[Λεξικό Κριαρά]
ιδίωμα το· ιδίωμαν.
– Βλ. και διώμα.
  • 1) Φύση, υπόσταση:
    • χωρίζεται ο Θεός εις τρία μέρη, διαμέσου του χωρισμού … των ιδιωμάτων των τριών προσώπων (Χριστ. διδασκ. 22).
  • 2) Φυσικό χάρισμα:
    • τέρψιν την εξαίσιον ιδιωμάτων ταύτης (Διγ. Gr. 3311).
  • 3) Χαρακτηριστικό γνώρισμα, ιδιότητα:
    • ταύτα εισίν ιδιώματα του Θεού (Ιστ. πατρ. 843).
  • 4) Όψη, φυσιογνωμία:
    • έμνοστόν σου το ιδίωμαν και κακή σου η θέα (Σπανός A 163).
  • 5) Προσωπική περιουσία, ιδιοκτησία:
    • (Ασσίζ. 1413).

[μτγν. ουσ. ιδίωμα. Ο τ. και σήμ. ποντ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιδιωματικός -ή -ό [iδiomatikós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στο γλωσσικό ιδίωμα: Iδιωματικές λέξεις / εκφράσεις. Iδιωματική σύνταξη / προφορά. ~ τύπος λέξης· (πρβ. ιδιωματισμός). ιδιωματικά ΕΠIΡΡ σε ιδίωμα.

[λόγ. < αγγλ. idiomatic < αρχ. ἰδιωματ- (ἰδίωμα) -ic = -ικός (διαφ. το ελνστ. ἰδιωματικός `χαρακτηριστικός΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιδιωματισμός ο [iδiomatizmós] Ο17 : γλωσσικό φαινόμενο που εμφανίζεται σε τοπικές γλώσσες (ιδιώματα ή διαλέκτους), αλλά δε συνηθίζεται ή είναι άγνωστο στην κοινή μορφή μιας γλώσσας, (διαφορετικό από το ιδιωτισμός, βλ. λ.).

[λόγ. ιδιωματ(ικός) -ισμός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go