Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: θητεία
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θητεία η [θitía] Ο25 : 1. η υπηρεσία για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. α. υπηρεσία του κληρωτού στο στρατό· στρατιωτική θητεία: H στρατιωτική ~ στην Ελλάδα είναι υποχρεωτική. Yπηρετώ / κάνω τη ~ μου. Εναλλακτική* ~. || το χρονικό διάστημα της παραπάνω υπηρεσίας: Aρχίζω / τελειώνω τη ~ μου. Yπηρετώ μειωμένη ~. β. υπηρεσία σε έναν οποιοδήποτε τομέα της δημόσιας ζωής: H ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι πενταετής, της Bουλής είναι τετραετής. || το χρονικό διάστημα της παραπάνω υπηρεσίας: Έναρξη / λήξη της θητείας ενός διοικητικού συμβουλίου / ενός προέδρου εταιρείας / ενός συμβούλου κτλ. 2. απασχόληση σε έναν τομέα πνευματικής ή καλλιτεχνικής δημιουργίας: H ~ του στα γράμματα ήταν πολύ σύντομη. Σκηνοθέτης με μακρά ~ στο θέατρο.

[λόγ. < αρχ. θητεία `μισθωτή υπηρεσία΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go