Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: θεομπαίχτης
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θεομπαίχτης ο [θeobéxtis] Ο10 θηλ. θεομπαίχτρα [θeobéxtra] Ο25α : αυτός που εμπαίζει το Θεό και τα θεία, που αδίστακτα εξαπατά τον καθένα χωρίς να σέβεται τίποτα· απατεώνας: Bρε το θεομπαίχτη, όλους μάς εξαπάτησε!

[θεο-I + εμπαικ- (εμπαίζω) -της με ανομ. [kt > xt] και αποβ. του [e] για αποφυγή της χασμ.· θεομπαίχ(της) -τρα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go