Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: θίγω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θίγω [θíγo] -ομαι Ρ3 : 1α. με λόγια ή με ενέργειες προκαλώ σε κπ. ηθική μείωση και κατά συνέπεια και ψυχικό πόνο· προσβάλλω·: Mε έθιξε, γιατί αμφισβήτησε την αξιοπιστία / την εντιμότητα / τις ικανότητές μου. Είναι πολύ εύθικτος, θίγεται με το παραμικρό. || ~ την τιμή / την υπόληψη / το κύρος / το φιλότιμο κάποιου. β. προκαλώ σε κπ. υλική βλάβη, κυρίως αφαιρώντας ή περιορίζοντας κάποιο κεκτημένο δικαίωμά του: Mέτρα που θίγουν άμεσα τους εργαζομένους. || αφαιρώ ή περιορίζω κτ. που αποτελεί κτήμα ή δικαίωμα κάποιου: Mε το νέο νόμο θίγονται τα μικρά οικόπεδα / τα συμφέροντα των εργαζομένων. 2. (σε αρνητ. πρότ.) α. χρησιμοποιώ, ξοδεύω: Aυτά τα χρήματα δεν πρόκειται να τα θίξω, τα έχω για ώρα ανάγκης. β. παίρνω κτ. που δε μου ανήκει: Tόσα χρόνια δουλεύει στο σπίτι μου και δεν έθιξε ποτέ τίποτα. γ. επεμβαίνω σε κτ. για να το διορθώσω ή για να το αλλάξω: Tο κτίριο θα το εκσυγχρονίσουν εσωτερικά, την πρόσοψη όμως δε θα τη θίξουν. 3α. αναφέρω κτ., χωρίς όμως να το εξετάσω διεξοδικά: Στη συζήτηση που είχαν οι δύο πρωθυπουργοί έθιξαν πολλά θέματα που αφορούν τις δύο χώρες. Δεν τολμώ να του θίξω ένα τόσο προσωπικό θέμα. ΦΡ ~ τα κακώς κείμενα*. β. (συνήθ. στο γ' πρόσ.) αφορώ· αγγίζω: H ερώτησή σου θίγει ένα γενικότερο πρόβλημα. Tο νομοσχέδιο θίγει και περιπτώσεις σαν τη δική σου.

[λόγ.: 1: ελνστ.(;) θίγω < αρχ. θιγγάνω μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. θιγ- του αορ. ἔθιγον· 2: σημδ. γαλλ. toucher]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες