Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: θέλημα
8 items total [1 - 8]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θέλημα το [θélima] Ο49 : 1. αυτό που θέλει κάποιος· επιθυμία, θέληση2: Tης κάνει όλα τα θελήματα και την κακομαθαίνει. (έκφρ.) ήταν ~ Θεού. ας γίνει το ~ του Θεού. γενηθήτω* το θέλημά σου. 2. μικρή, ασήμαντη δουλειά, εξυπηρέτηση: Tον πήραν στη δουλειά για θελήματα. Παιδί για θελήματα.

[αρχ. θέλημα]

[Λεξικό Κριαρά]
θέλημα το· θέλημαν· γεν. θελημάτου.
  • 1)
    • α) Επιθυμία:
      • Ο έρως … επλήρωσε των νέων τας ελπίδας και πάντα τα θελήματα (Διγ. Z 2210
    • β) αίτημα:
      • ένα θέλημα … θέλω να σου ζητήσω (Ιμπ. (Legr.) 326
    • γ) σκέψη· γνώμη, διάθεση:
      • πρέπει … να ’ν’ της αρσενικότης κυριότατον το θέλημα παρά της γυναικότης (Φαλιέρ., Ιστ. 502
      • θέλει φανείν … το καλόν θέλημαν τό έχετε με την Κύπρον (Μαχ. 53026).
  • 2)
    • α) Συγκατάθεση, συναίνεση:
      • Κύρη, με τον Πανάρετο δίχως το θέλημά σου δεν ήτο το πρεπό ποτέ να παντρευτώ (Ερωφ. Δ´ 263
    • β) εντολή, παραίνεση, συμβουλή:
      • να ποιούν (ενν. τα παιδία) τα θελήματα οπού τα ήθελαν ερμηνεύσει (Σοφιαν., Παιδαγ. 100
      • εκφρ. εις το θέλημάν του, του θελημάτου, εις τα θελήματα κάπ. = στην υπηρεσία, στις προσταγές κάπ.:
        • (Αχιλλ. L 585), (Αχιλλ. O 341), (Αχέλ. 156).
  • 3) Εξουσία, δικαιοδοσία:
    • Του Πώρου γαρ την δύναμην κι όλη τη στρατιά του επήρε την Αλέξανδρος κι έναι στο θέλημά του (Αλεξ. 1904).
  • 4) (Προκ. για το μονοθελητισμό):
    • Πιστεύω τον … Χριστόν μετά την ενανθρώπισιν ουχ έν θέλημα έχειν φυσικόν και μίαν ενέργειαν (Σφρ., Χρον. 18424).

[αρχ. ουσ. θέλημα. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
θεληματάρης ο.
  • Αυτός που προσφέρει στρατιωτικές υπηρεσίες θεληματικά και όχι από κάποια υποχρέωση ή καθήκον, «εθελοντής»·
    • (εδώ μειωτ. προκ. για στρατιωτικούς που θεωρείται ότι ενεργούν όπως θέλουν, χωρίς πειθαρχία και τάξη):
      • οι Αλαμάνοι ευρίσκονται … ένας λαός ακέφαλος, όλοι θεληματάροι (Χρον. Μορ. H 6935· 604).

[<ουσ. θέλημα + κατάλ. άρης, πιθ. κατά μετάφρ. του μεσν. λατ. voluntarius (Du Cange, Lat., λ. ii). Τ. άριος στον Παχυμέρη (βλ. και Du Cange, στη λ.). Βλ. και Ι. Καραγιαννόπουλος, στο Φιλέλλην. Studies in honour of R. Browning, Βενετία 1996, σσ. 159-74. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
θεληματεύ(γ)ω.
  • α) Αποδέχομαι κ., συγκατανεύω· επιτρέπω:
    • εθελημάτεψα κι εγώ σε τούτο το στεφάνι (Ερωτόκρ. Ε´ 1274
    • να το θεληματέψει η ομορφιά σου απόψε να κοιμήθηκα κοντά σου (Βοσκοπ. 107
  • β) κάνω το θέλημα κάπ., υπακούω:
    • να τη σύρω δε μπορώ να μου θεληματέψει (Φορτουν. Δ´ 332).

[<ουσ. θέλημα + κατάλ. εύ(γ)ω. Η λ. (εύγω) και σήμ. κρητ. (Πιτυκ.)]

[Λεξικό Κριαρά]
θεληματικά, επίρρ.
  • Με τη θέληση κάπ.:
    • Ο Θεός έκαμεν τον άνθρωπον … θεληματικά να κάμνει ίσια τα αρεσκόμενα του Θεού (Χριστ. διδασκ. 52).

[<επίθ. θεληματικός. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
θεληματικός, επίθ.
  • Που γίνεται με τη θέληση κάπ., εκούσιος:
    • να λάβει τον θεληματικόν θάνατον και υστερηθεί την δόξαν του Θεού (Ιστ. πατρ. 9615
    • Θυσία θεληματική (Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε´ [456]).

[<ουσ. θέλημα + κατάλ. ικός. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θεληματικός -ή -ό [θelimatikós] Ε1 : 1. που έχει ή που φανερώνει ισχυρή θέληση: Θεληματικό πιγούνι. 2. για κτ. που γίνεται με τη θέληση εκείνου που το κάνει· εκούσιος, ηθελημένος. ANT ακούσιος, αθέλητος: Θεληματικές κινήσεις. ANT ενστικτώδεις, μηχανικές. θεληματικά ΕΠIΡΡ.

[μσν. θεληματικός < θεληματ- (θελημα) -ικός]

[Λεξικό Κριαρά]
θεληματικώς, επίρρ.
  • Με τη θέληση κάπ., οικειοθελώς:
    • εβρούθησεν … θεληματικώς το κτηνόν (Ασσίζ. 11128
    • θεληματικώς σιμώνει μοναχός του (Ερωτόκρ. Δ´ 1864).

[<επίθ. θεληματικός. Η λ. το 12. αι. (L‑S, λ. ός) και στο Somav. (λ. ά)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go