Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ζωδιακός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζωδιακός -ή -ό [zoδiakós] Ε1 : 1. (αστρον.) α. ~ κύκλος, ο ιδεατός κύκλος τον οποίο ορίζουν οι φαινομενικές θέσεις των δώδεκα κύριων αστερισμών (ζωδίων) από τους οποίους διέρχεται ο Ήλιος κατά τη φαινομενική ετήσια περιφορά του· (πρβ. εκλειπτική). || (ως ουσ.) ο ζωδιακός, ο ζωδιακός κύκλος. β. ζωδιακό φως, που προέρχεται από διάχυση του ηλιακού φωτός και φαίνεται πριν από την ανατολή και ύστερα από τη δύση του Ήλιου στο επίπεδο του ζωδιακού κύκλου. 2. (αστρον., αστρολ.) ζωδιακή ζώνη, ζώνη της ουράνιας σφαίρας η οποία περιέχει το ζωδιακό κύκλο και μέσα στην οποία κινείται ο Ήλιος, η Σελήνη και άλλοι πλανήτες.

[λόγ. < ελνστ. ζῳδιακός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go