Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ετερόκλιτος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ετερόκλιτος -η -ο [eteróklitos] Ε5 : (αρχ. γραμμ.) Ετερόκλιτα ουσιαστικά, που σχηματίζουν ορισμένες πτώσεις σύμφωνα με κάποια άλλη κλίση ή συγχρόνως με δύο κλίσεις.

[λόγ. < ελνστ. ἑτερόκλιτος `ανώμαλος, με δύο διαφορετικά θέματα΄ σημδ. γερμ. Heteroklit (στη νέα σημ.) < ελνστ. ἑτερόκλιτος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go