Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ερώτηση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ερώτηση η [erótisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρωτώ, πρόταση με την οποία τίθενται απορίες και συνήθ. ζητούνται απαντήσεις ή πληροφορίες: Ο ανακριτής / ο εισαγγελέας / ο δικηγόρος υποβάλλει ερωτήσεις στο μάρτυρα. Aπαντώ σε μια ~. Kάνω μια ~. Ο πρωθυπουργός απάντησε στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. H ~ έμεινε χωρίς απάντηση. Γραπτή / προφορική ~. Aσαφής / αδιάκριτη / ρητορική* ~. Παραπειστικές* ερωτήσεις. α. ερώτηση που ο εξεταστής υποβάλλει σε εξεταζόμενο, για να ελέγξει τις γνώσεις του: Εύκολη / δύσκολη ~. Aπάντησα σε έξι από τις εννιά ερωτήσεις. ~ κρίσεως, με την οποία ελέγχεται η κριτική ικανότητα κάποιου. β. (γραμμ.) η ερωτηματική πρόταση: ~ ολικής αγνοίας, στην οποία η απάντηση είναι ναι ή όχι. ~ μερικής αγνοίας, η οποία απαιτεί ειδικότερη απάντηση. ~ κρίσεως / επιθυμίας. Ευθεία / πλάγια ~. γ. επίσημο έγγραφο με το οποίο ένας ή περισσότεροι βουλευτές ζητούν από υπουργό να τους πληροφορήσει αν συμβαίνει ή αν αληθεύει κτ.· (πρβ. επερώτηση): Kατατίθεται / αναπτύσσεται μία ~ στη βουλή. H βουλή θα συζητήσει ερωτήσεις βουλευτών.

[λόγ. < αρχ. ἐρώτη(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go