Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: επιφώνημα
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επιφώνημα το [epifónima] Ο49 : φωνή ή άκλιτη λέξη που φανερώνει έντονο αίσθημα ή συναίσθημα: Ένα ~ χαράς / θαυμασμού / επιδοκιμασίας / πόνου. Tο ~ είναι το δέκατο από τα μέρη του λόγου της παραδοσιακής γραμματικής.

[λόγ. < ελνστ. ἐπιφώνημα]

[Λεξικό Κριαρά]
επιφώνημα το.
  • Επιγραφή:
    • (Βέλθ. 265).

[μτγν. ουσ. επιφώνημα. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επιφωνηματικός -ή -ό [epifonimatikós] Ε1 : (γραμμ.) που αναφέρεται στο επιφώνημα: Επιφωνηματική σύνταξη. Επιφωνηματική χρήση μιας λέξης / έκφρασης. Επιφωνηματική έκφραση, που χρησιμοποιείται ως επιφώνημα. επιφωνηματικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. επιφωνηματ- (επιφώνημα) -ικός (διαφ. το ελνστ. ἐπιφωνηματικός `κατάλληλος για φράση που προσθέτεται σαν στολίδι΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go