Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: επιστρατεύω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επιστρατεύω [epistratévo] -ομαι Ρ5.1 : 1α.(για έφεδρο) καλώ να καταταγεί στο στρατό στα πλαίσια της επιστράτευσης. ANT αποστρατεύω: Επιστρατεύθηκαν όλοι οι στρατεύσιμοι από είκοσι ως σαράντα χρόνων. Aναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί του, γιατί επιστρατεύθηκε. || Επιστρατεύθηκαν τα φορτηγά. || (για πολιτική επιστράτευση): H κυβέρνηση αποφάσισε να επιστρατεύσει τους απεργούς εκπαιδευτικούς. Οι τραπεζικοί, αν και επιστρατευμένοι, αρνούνται να εργαστούν. β. (παθ.) τίθεμαι σε κατάσταση επιστράτευσης: Επιστρατεύεται μία χώρα. 2. (μτφ.) χρησιμοποιώ κτ., δραστηριοποιώ κπ. για την επίτευξη ενός στόχου ή την αντιμετώπιση μιας δύσκολης κατάστασης: Xρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη του την πονηριά / τη δύναμη / τη φαντασία. Για τη μετακόμιση θα επιστρατεύσω ένα φίλο φορτηγατζή με το φορτηγό του. Για το γύρισμα της ταινίας επιστρατεύθηκαν τα μεγαλύτερα ονόματα του κινηματογράφου.

[λόγ. < αρχ. ἐπιστρατεύω `εκστρατεύω εναντίον΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go