Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: επίστημος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επιστημοσύνη η [epistimosíni] Ο30 (χωρίς πληθ.) : η ιδιότητα του επιστήμονα καθώς και το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων που αυτός έχει.

[λόγ. < ελνστ. ἐπιστημοσύνη `ικανότητα΄ κατά τη σημ. του επιστή μη]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go