Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: εξωτερικεύω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εξωτερικεύω [eksoterikévo] -ομαι Ρ5.1 : εκδηλώνω ό,τι αισθάνομαι ή σκέφτομαι, έτσι ώστε να γίνει αντιληπτό από τους άλλους: ~ το μίσος / το θυμό μου. Εξωτερικεύει τη χαρά / τη λύπη του. Ενέργειες που δεν καταπολεμούν, απλώς εξωτερικεύουν το ανθρώπινο άγχος. H αγάπη εξωτερικεύεται με πολλούς τρόπους.

[λόγ. εξωτερικ(ός) -εύω μτφρδ. γαλλ. extériorer]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες