Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: εννοώ
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εννοώ [enoó] -ούμαι Ρ10.9 : 1.έχω στο νου, στη σκέψη μου κτ.: Tι εννοείς όταν λες αυτά; Δεν ξέρω τι εννοούσες, αλλά εγώ αυτό κατάλαβα. 2. κατανοώ, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω κτ.: Δεν ~ ποια είναι η διαφορά / τη διαφορά. Aν εννόησα καλά, συμφωνείς. || (προφ.) ~ κπ., κατανοώ τα λεγόμενά του. Δε με εννόησες καλά· άλλο είπα. 3. έχω τη σταθερή απόφαση να κάνω κτ., επιμένω: ~ να γίνει και θα γίνει ό,τι θέλω. (έκφρ.) δεν ~ να (κάνω κτ.), αρνούμαι πεισματικά να (κάνω κτ.), επιμένω να μην (κάνω κτ.). όταν λέω κάτι το ~, δε θα δεχτώ καμιά, έστω και την ελάχιστη, υποχώρηση. 4. (παθ., στο γ' εν. πρόσ.) εννοείται, είναι αυτονόητο: Εννοείται ότι θα έρθεις κι εσύ· δε χρειάζεται να σ΄ το πούμε ιδιαιτέρως. (έκφρ.) τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται*.

[λόγ.: 1, 2: αρχ. ἐννοῶ· 3: & σημδ. αγγλ. mean· 4: σημδ. γαλλ. (bien) entendu]

[Λεξικό Κριαρά]
εννοώ.
  • 1) Αντιλαμβάνομαι:
    • θέλομεν κάμει κτύπον μέγαν και θέλει μας εννοήσει (Διγ. Άνδρ. 38713).
  • 2) Αναγνωρίζω:
    • εγώ από του σχήματος εννόησα την κόρην (Λίβ. N 1135).
  • 3) Καταλαβαίνω:
    • (Χρον. Μορ. H 3891).

[αρχ. εννοέω. Η λ. και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες