Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ενηλικιώνομαι
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ενηλικιώνομαι [enilikiónome] Ρ1β : γίνομαι ενήλικος. 1α. (νομ., για πρόσ.) συμπληρώνω το όριο ηλικίας που, κατά το νόμο, απαιτείται για να έχω την ικανότητα να τελέσω οποιαδήποτε δικαιοπραξία. β. συμπληρώνω την καθορισμένη από μια κοινή αντίληψη ηλικία και γι΄ αυτό θεωρούμαι υπεύθυνος και αυτεξούσιος. γ. (βιολ.) για κάθε ζωντανό οργανισμό που θεωρείται ότι ολοκληρώνει την ανάπτυξή του, από ορισμένη αλλά και διαφορετική για κάθε περίπτωση άποψη (φτάνει στο οριστικό μέγεθός του, αποκτά την ικανότητα αναπαραγωγής κτλ.). 2. (μτφ.) περνώ από τη φάση της ανωριμότητας στη φάση της ωριμότητας.

[λόγ. < αρχ. φρ. ἐν ἡλικί(ᾳ) `σε στρατεύσιμη ηλικία΄ -ούμαι > -ώνομαι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go