Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εναλλάξ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εναλλάξ [enaláks] επίρρ. : πότε ο ένας, πότε ο άλλος· μια ο ένας, μια ο άλλος εκ περιτροπής: Συμφώνησαν να επιτηρούν την είσοδο ~, δύο ώρες ο ένας, δύο ο άλλος. || (ειδ. γεωμ.) γωνίες ~, που σχηματίζονται εκατέρωθεν (αριστερά και δεξιά) μιας ευθείας η οποία τέμνει άλλες ευθείες· γωνίες επί τα αυτά μέρη: Οι ~ εσωτερικές γωνίες είναι ίσες, όταν οι τεμνόμενες ευθείες είναι παράλληλες.

[λόγ. < αρχ. ἐναλλάξ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go