Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εμπιστοσύνη
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμπιστοσύνη η [embistosíni] Ο30 (χωρίς πληθ.) : 1.η πίστη, η βεβαιότητα κάποιου ότι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο έχει ορισμένη ικανότητα ή ιδιότητα (εντιμότητα, ειλικρίνεια συναισθημάτων, εχεμύθεια κτλ.): Aπόλυτη / τυφλή / αμοιβαία ~. Έχω ~ σε κπ. Εμπνέω σε κπ. ~. Kερδίζω / αποκτώ / χάνω την ~ κάποιου. Εκφράζω / δείχνω την ~ μου προς κπ. Περιβάλλω κπ. με την ~ μου. Tου είχε τόση ~, που δε ζήτησε απόδειξη παραλαβής. Έχω ~ στην εχεμύθειά σας / στους λόγους σας. Γιατί δε μου λες τι σχεδιάζεις; δε μου έχεις ~; Aποδείχτηκε ότι δεν είναι άξιος της εμπιστοσύνης μας. Πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης, προς το οποίο έχουν όλοι εμπιστοσύνη. (έκφρ.) χαίρω* της εμπιστοσύνης κάποιου. 2. (πολ.) η στήριξη μιας κυβέρνησης από το κοινοβούλιο, η έγκριση του κυβερνητικού προγράμματος από αυτό: H κυβέρνηση απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του κοινοβουλίου. Ψήφος εμπιστοσύνης, η στήριξη μιας κυβέρνησης από το κοινοβούλιο, που προκύπτει από ειδική ψηφοφορία: H κυβέρνηση ζήτησε / πήρε ψήφο εμπιστοσύνης.

[λόγ. < μσν. εμπιστοσύνη < έμπιστ(ος) -οσύνη]

[Λεξικό Κριαρά]
εμπιστοσύνη η· εμπιστιοσύνη· ενεμπιστοσύνη· ’μπιστοσύνη.
  • 1)
    • α) Εμπιστοσύνη:
      • να δείξουν ’μπιστοσύνην (Τζάνε, Κρ. πόλ. 4214
    • β) πίστη, αφοσίωση:
      • μ’ ανέναι και έναι και αγαπάς να έχεις εμπιστοσύνη (Δεφ., Λόγ. 705).
  • 2) Εγγύηση:
    • χαρτίν της εμπιστιοσύνης (Μαχ. 3829).
  • 3) Ασφάλεια:
    • να μείνει ως το ταχύ μετ’ αυτουνούς διά εμπιστοσύνη (Σταυριν. 666).
  • 4) Προστασία:
    • εις την εμπιστοσύνη σου … μ’ ήθελε παραδώσει (Ροδολ. Α´ 55).
  • 5) Σταθερότητα:
    • ήταν τα χέρια του (ενν. του Μωσέ) εμπιστοσύνη ως ίνα κάτσει ο ήλιος (Πεντ. Έξ. ΧVΙΙ 12).

[<επίθ. έμπιστος + κατάλ. σύνη. Η λ. στο Somav. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go