Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εκών
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εκών -ούσα -όν [ekón] Ε12α : (λόγ.) που πράττει ή παθαίνει κτ. με τη θέλησή του, οικειοθελώς, εκούσια· συνήθ. με επιρρηματική σημασία, στην απαρχαιωμένη ΦΡ ~ άκων, θέλοντας και μη, αναγκαστικά: ~ άκων δέχτηκε. Εκόντες άκοντες θα συμφωνήσουν, θέλουν, δε θέλουν θα συμφωνήσουν.

[λόγ. < αρχ. ἑκών, -οῦσα, -όν]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go