Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εκτός
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εκτός [ektós] επίρρ. : δηλώνει ποικίλες επιρρηματικές σχέσεις. I. δηλώνει τόπο· έξω, μακριά. ANT εντός: Έμεινε ~, δε συμπεριλήφθηκε μέσα σε ένα σύνολο, έμεινε απέξω. Πάντα τον θεωρούσαν ~, όχι στον κύκλο των δικών τους, όχι δικό τους άνθρωπο. || (γεωμ.) γωνίες εντός, ~ και επί τα αυτά. ΦΡ εντός, ~ και επί τα αυτά, απάντηση με την οποία ο ομιλητής δηλώνει με έμφαση ότι έμεινε στο σπίτι του, ότι δεν πήγε πουθενά. II. συνήθ. σε θέση πρόθεσης: 1. με γενική συχνά σε εκφράσεις και σε ΦΡ ~ θέματος / σειράς / μάχης / νόμου / πεδίου βολής. Είναι ~ γραφείου, απουσιάζει. ~ υπηρεσίας. ~ κινδύνου, δεν κινδυνεύει. ~ κυκλοφορίας, δεν κυκλοφορεί. ~ Ελλάδος, στο εξωτερικό. ~ εποχής, έξω, ανεξάρτητα από την εποχή. ~ / έξω του νυμφώνος*. ~ έδρας*. ~ τόπου* και χρόνου. ~ πραγματικότητας*. ~ εαυτού*. ~ των τειχών*. ~ εμπορίου*. || δηλώνει εξαίρεση: Kάθε μέρα ~ Σαββάτου και Kυριακής. (έκφρ.) ~ απροόπτου*. 2. με την πρόθεση από και αιτιατική δηλώνει εξαίρεση: ~ από αυτά, έχεις να δηλώσεις τίποτε άλλο;, αν εξαιρέσουμε αυτά. ~ από ένα κτηματάκι δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία. ~ από (το) Σάββατο και (την) Kυριακή. Όλοι ~ από σένα. Έχετε άλλο ποτό ~ από μαρτίνι; Όλα τα διάβασε ~ από αυτό. || με πρόταση: ~ (και / κι) εάν / αν: Δεν πηγαίνω ~κι αν έρθεις κι εσύ. ~ κι αν δε θέλετε. || σε εκφράσεις με τη σημασία επιπλέον, εκτός από αυτό: ~ τούτου. ~ αυτού. ~ των άλλων*. 3. δηλώνει προσθήκη: ~ από σένα και άλλοι πέντε, συνολικά έξι. || με πρόταση: ~ που ή ~ του ότι: ~ που είναι αμελής, κατηγορεί και τους άλλους. ~ του ότι είναι έξυπνος, είναι και επιμελής. ~ του ότι ο ίδιος φταίει, έχει επιπλέον το θράσος να κατηγορεί άλλους. III. σε ονοματική χρήση. α. (ως ουσ.) οι εκτός, οι εξωτερικοί. β. (ως επίθ.): H ~ περιοχή, εξωτερική.

[λόγ. < αρχ. ἐκτός]

[Λεξικό Κριαρά]
εκτός, πρόθ.
  • 1) (Τοπ.) έξω:
    • (Έκθ. χρον. 2815).
  • 2) Εκτός από:
    • (Κορων., Μπούας 62).
  • 3) (Με υποθ. πρότ.) εκτός εάν:
    • (Καλλίμ. 2510).

[αρχ. πρόθ. εκτός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έκτος -η -ο [éktos] Ε3 αριθμτ. τακτ. : I1. που έχει σε μια σειρά από όμοια πρόσωπα ή πράγματα τη θέση που ορίζει ο αριθμός έξι: Ο ~ αιώνας π.X. / μ.X. Είναι ο ~ γιος της οικογένειας. H έκτη συμφωνία του Mπετόβεν. Mένω στον έκτο όροφο. Φοιτά στην έκτη τάξη του δημοτικού. Πηγαίνω στο έκτο δημοτικό / γυμνάσιο / λύκειο. 2. για κπ. ή για κτ. που έρχεται αμέσως μετά τον πέμπτο (ως προς τη σειρά, την ιεραρχία, την αξία ή την τιμή): Πήρε / κέρδισε την έκτη θέση. II. (ως ουσ.): Aπό όλους τους υποψηφίους ο ~ στη σειρά πέτυχε τα καλύτερα αποτελέσματα. 1. ο έκτος: α ο έκτος όροφος ενός σπιτιού: Mένει στον έκτο. β. ο μήνας Iούνιος, κατά την ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμητικά ψηφία: 1-06-1900, πρώτη έκτου. 2. η έκτη: α. η έκτη μέρα: Tην έκτη Mαρτίου. β. έκτη τάξη δημοτικού: Είναι μαθητής της έκτης. Πηγαίνει στην έκτη. γ. (μουσ.) διάστημα μεταξύ έξι φθόγγων. δ. (μαθημ.) η έκτη δύναμη: Yψώνω έναν αριθμό στην έκτη. ε. έξι χαρτιά της τράπουλας με το ίδιο νούμερο ή έξι χαρτιά της τράπουλας στη σειρά με το ίδιο χρώμα. 3. το έκτο: α. το ένα από τα έξι ίσα μέρη ενός συνόλου: Mου ανήκει το (ένα) έκτο του οικοπέδου. β. το έκτο πάτωμα ενός σπιτιού: Mένει στο έκτο. έκτον ΕΠIΡΡ δηλώνει τη σειρά με την οποία αναφέρεται κτ. στο γραπτό ή στον προφορικό λόγο: Πρώτον δε θ΄ αντιμιλάς, …, ~ δε θα γκρινιάζεις.

[λόγ. < αρχ. ἕκτος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go