Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: εισόδημα
4 εγγραφές [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εισόδημα το [isóδima] Ο49 : το χρηματικό ποσό που αποκτά κάποιος από εργασία, συναλλαγή, εκμετάλλευση κτλ. σε ορισμένη χρονική περίοδο: Προσωπικό / ατομικό / οικογενειακό ~. ~ από συντάξεις / μισθούς / ημερομίσθια / επιχειρήσεις / καταθέσεις. Ετήσιο / μηνιαίο ~. Aκαθάριστο ~, από το οποίο δεν έχουν αφαιρεθεί ασφαλιστικές κρατήσεις, φόροι κτλ. Kαθαρό ~. Yψηλό / μεσαίο / χαμηλό ~. Aύξηση / μείωση εισοδήματος. Φόρος εισοδήματος, ο φόρος που επιβάλλεται στο ετήσιο εισόδημα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου. || (ειδικότ.) Tεκμαρτό ~, που υπολογίζεται με βάση τις δαπάνες. Πραγματικό ~, η χρηματική αξία των κάθε είδους οικονομικών αγαθών που αποκτά κάποιος (παροχές σε είδος και υπηρεσίες κτλ.). Kατά κεφαλήν* ~.

[λόγ. < μσν. εισόδημα < ελνστ. εἰσοδεύω `εισέρχομαι΄ κατά το γέννημα (αντί εισόδευμα) και κατά τη σημ. των ελνστ. εἰσοδιάζω `συλλέγω χρήματα΄, εἰσόδιον `εισόδημα΄ (δες και σοδειά)]

[Λεξικό Κριαρά]
εισόδημα το· εισ(σ)όδεμα· εσόδημα· σόδημα.
  • Έσοδα, εισόδημα:
    • Ο δε ρήγας ηρώτησε … τι εισοδήματα έχει (ενν. ο τόπος του Μορέως) (Δωρ. Μον. XL).

[<εισοδεύω κατά το γέννημα. Ο τ. εσό‑ στο Βλάχ. Ο τ. σό‑ στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. Η λ. το 13. αι. (LBG) και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εισοδηματίας ο [isoδimatías] Ο3 : αυτός ο οποίος ζει από εισοδήματα που δεν προέρχονται από άσκηση επαγγέλματος: Mας λέει ότι είναι ~.

[λόγ. εισοδηματ- (εισόδημα) -ίας]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εισοδηματικός -ή -ό [isoδimatikós] Ε1 : που αφορά το εισόδημα ή τα εισοδήματα: Εισοδηματική πολιτική μιας κυβέρνησης. Εισοδηματική ισότητα. εισοδηματικά & (λόγ.) εισοδηματικώς ΕΠIΡΡ από την άποψη του εισοδήματος: Οι ασθενέστερες ~ τάξεις.

[λόγ. εισοδηματ- (εισόδημα) -ικός· λόγ. εισοδηματικ(ός) -ώς]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες