Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εβδομάδα
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εβδομάδα η [evδomáδa] Ο26 λόγ. γεν. και εβδομάδος & βδομάδα η [vδo máδa] Ο26 : 1.ο κύκλος των επτά συνεχόμενων ημερών (από την Kυρια κή ως το Σάββατο), του οποίου η διαδοχική επανάληψη, ανεξάρτητα από το σύστημα των μηνών και των ετών, διαιρεί το χρόνο σε ίσες περιόδους: H προηγούμενη / η επόμενη ~. Οι προσεχείς εβδομάδες. Θα επιστρέψω στο τέλος αυτής της εβδομάδας ή στις αρχές της άλλης. || (εκκλ.): Kαθαρή / Kαθαρά ~, η πρώτη εβδομάδα της Mεγάλης Σαρακοστής. Mεγάλη Εβδομάδα / η Εβδομάδα των (Aγίων) Παθών, η εβδομάδα πριν από την Kυριακή του Πάσχα. ΦΡ μεγάλη βδομάδα, για περίοδο αυστηρής δίαιτας ή έλλειψης καθημερινού φαγητού. ~ των παθών, για περίοδο βασανιστικών ενασχολήσεων, ταλαιπωριών. 2. το σύνολο των ημερών ή των ωρών εργασίας μέσα σε μία εβδομάδα: ~ πέντε ημερών, πενθήμερο. ~ σαράντα δύο / τριάντα πέντε ωρών. 3α. χρονικό διάστημα επτά ημερών, ανεξάρτητα από το ποια λογαριάζεται ως πρώτη: Θα επιστρέψω σε μια βδομάδα ή, το πολύ, σε δέκα μέρες. Σε δύο εβδομάδες από σήμερα. β. περίοδος αφιερωμένη σε μια δραστηριότητα που διαρκεί συνήθ. επτά ημέρες: Nαυτική ~.

[μσν. εβδομάδα < αρχ. ἑβδομάς, αιτ. -άδα· αποβ. του αρχικού άτ. φων.]

[Λεξικό Κριαρά]
εβδομάδα η· βδομάδα· γεν. εν. βδομαδός.
  • 1) Επταήμερο, εβδομάδα:
    • (Μαχ. 59827).
  • 2) Έκφρ. εβδομάδα χρονών = χρονική περίοδος εφτά ετών:
    • (Πεντ. Λευιτ. XXV 8).

[αρχ. ουσ. εβδομάς. Η λ. και ο τ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
εβδομαδάριος, επίθ.
  • (Εκκλ., προκ. για μοναχό) που έχει υπηρεσία για μια εβδομάδα:
    • (Ρωσσέρ. 64).

[<ουσ. εβδομάδα + κατάλ. άριος. Η λ. τον 4. αι.· βλ. και LBG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go