Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δυαδισμός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δυαδισμός ο [δiaδizmós] Ο17 : (φιλοσ.) δυϊσμός.

[λόγ. < ελνστ. δυαδισμός `δημιουργία δυάδας΄ σημδ. γαλλ. dualisme]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go