Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δρεπάνι
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δρεπάνι το [δrepáni] Ο44 : γεωργικό εργαλείο που αποτελείται από μία κοντή ξύλινη λαβή, όπου είναι προσαρμοσμένη μία στενή και ημικυκλική ατσάλινη λεπίδα, και που το χρησιμοποιούν, κρατώντας το με το ένα χέρι, για να κόβουν δημητριακά ή χόρτα. || εργαλείο παρόμοιο με το παραπάνω, με μακριά λαβή και με ίσια λεπίδα που το κρατά ο θεριστής με τα δύο του χέρια και σε όρθια στάση. || ως σύμβολο: Tο σφυρί* και το ~. Tο ~ του χάρου, ο θάνατος που θερίζει ζωές.

[μσν. δρεπάνι(ν) < ελνστ. δρεπάνιον υποκορ. του αρχ. δρέπανον]

[Λεξικό Κριαρά]
δρεπάνι το· δερπάνι· δραπάνι· δραπάνιν· δρεπάνιν.
  • Θεριστικό κοφτερό εργαλείο, δρεπάνι:
    • δερπάνι μη υψώσεις ιπί την καλαμιά του σύντροφού σου (Πεντ. Δευτ. XXIII 26
    • έκφρ. το δρεπάνι του Χάρου = προκ. για το θάνατο:
      • (Λίμπον. 519).

[μτγν. ουσ. δρεπάνιον. Ο τ. δρα‑ στο Meursius (η) και σήμ. ιδιωμ. Η λ. το 13. αι. (LBG) και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go