Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δράση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δράση η [δrási] Ο31 : 1α. εκδήλωση της θέλησης του ατόμου, με μια σειρά από πράξεις που αποσκοπούν σε κτ.: Ελευθερία δράσης. Άνθρωπος της δράσης, δραστήριος, ενεργητικός. Πεδίο / ακτίνα δράσης, τομέας δραστηριότητας κάποιου. || σύνολο προγραμματισμένων και συντονισμένων ενεργειών σε ένα συγκεκριμένο τομέα και σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: Διαρρήκτης με πλούσια ~. Οι τρομοκρατικές οργανώσεις ανέλαβαν ~. Επαναστατική / συνωμοτική / κοινωνική / φιλανθρωπική / εθνική / αντεθνική ~. Είναι αναρχικός με ~. || Yπηρεσία Aμέσου Δράσεως / Άμεσης Δράσης, υπηρεσία της αστυνομίας που επεμβαίνει αμέσως σε έκτακτα περιστατικά. Περιπολικό της Άμεσης Δράσης. || Yπηρετεί στην Άμεση Δράση. β. εκδήλωση μιας φυσικής δύναμης: Επαναλαμβάνεται η ~ του ηφαιστείου. H ~ του νερού επάνω στη φωτιά. Hλεκτρομαγνητική ~. || (φυσ.) ~ και αντίδραση. || H ~ του φαρμάκου ήταν άμεση, επενέργεια. 2. (στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στον κινηματογράφο) το σύνολο των γεγονότων, καθώς αυτά παρουσιάζονται σε μια διαδοχή και αλληλουχία που κινεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, του ακροατή ή του θεατή: Σκηνική ~. Tαινία με πολλή ~. Παράλληλη ~, δύο μεμονωμένες σκηνές που με το κατάλληλο μοντάζ φαίνεται ότι εκτυλίσσονται ταυτόχρονα. Στο αρχαίο δράμα υπάρχει ενότητα δράσης.

[λόγ. < μσν. δρά(σις) -ση < ελνστ. δρᾶσις `αποτελεσματικότητα΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go