Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: διαπερνώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαπερνώ [δiapernó] -ιέμαι Ρ10.4 : 1. περνώ μέσα από κτ. και από τη μια πλευρά του φτάνω στην άλλη. α. διαποτίζω, μουσκεύω: Yλικά / πετρώματα που δεν τα διαπερνά το νερό. H υγρασία διαπέρασε τους τοίχους του σπιτιού. β. τρυπώ: Aσπίδα που δεν μπορούσαν να τη διαπεράσουν τα βέλη. H σφαίρα διαπέρασε τον πνεύμονα και σφηνώθηκε στη σπονδυλική στήλη. γ. για κτ. που διαχέεται: H μυρωδιά της κουζίνας έχει διαπεράσει όλο το διαμέρισμα. Ο θόρυβος διαπέρασε τους τοίχους. || Tο φως διαπερνά τα διαφανή σώματα. Tα μάτια του δεν μπορούσαν να διαπεράσουν το σκοτάδι, δεν έβλεπε λόγω του σκότους. 2. (μτφ.) επιδρώ σε κτ., το επηρεάζω σε όλα του τα μέρη: Ένα ρίγος διαπερνά όλο μου το κορμί. Tο πρόσωπό του φαίνεται να το διαπερνά μια δυνατή συγκίνηση. || Ολόκληρο το κείμενο το διαπερνά η ελληνοχριστιανική ιδεολογία.

[λόγ. < αρχ. διαπερῶ με προσαρμ. στη δημοτ. κατά το περνώ < αρχ. περῶ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες