Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διαλεκτικός
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
διαλεκτικός, επίθ.
  • (Προκ. για κείμενο) που συγκροτείται με διάλογο:
    • Στίχοι διαλεκτικοί (Πωρικ. I τίτλ. κριτ. υπ).

[αρχ. επίθ. διαλεκτικός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαλεκτικός 1 -ή -ό [δialektikós] Ε1 : που ακολουθεί τη διαλεκτική στη διερεύνηση της αντικειμενικής πραγματικότητας: Διαλεκτική μέθοδος. ~ τρόπος διδασκαλίας. || ~ υλισμός, θεωρία που αναπτύχθηκε από τους Mαρξ και Ένγκελς και σύμφωνα με την οποία το φυσικό και ιστορικό γίγνεσθαι στηρίζεται στη σύνθεση των αντιθέτων. διαλεκτικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. διαλεκτικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαλεκτικός 2 -ή -ό : που έχει σχέση με τη διάλεκτο: Ο ~ τύπος μιας λέξης. Διαλεκτική προφορά. Διαλεκτική μορφή μιας γλώσσας. διαλεκτικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. διάλεκτ(ος) -ικός μτφρδ. γαλλ. dialectal < dialect(e) = διάλεκτ(ος) -al = -ικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go