Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διαλεκτική
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαλεκτική η [δialektikí] Ο29 : 1. η τέχνη του επιστημονικού διαλόγου. 2. (φιλοσ.) α. η αναζήτηση της αλήθειας με τη μέθοδο των ερωταποκρίσεων που στηρίχτηκε στη μαιευτική του Σωκράτη. β. φιλοσοφική μέθοδος που ξεκινάει από μία θέση, την οποία στη συνέχεια θέτει σε αμφισβήτηση με την αντιπαράθεση απόψεων, για να καταλήξει στη σύνθεση των αντιθέσεων και με αυτό τον τρόπο στην εύρεση της αντικειμενικής πραγματικότητας: H ~ του Πλάτωνα / του Aριστοτέλη / του Xέγκελ / του Kαντ. H ~ του Mαρξ / του Ένγκελς, ο διαλεκτικός υλισμός. 3. η εσωτερική αντίθεση που υπάρχει σε μια κατάσταση: H ~ της φύσης / της οικονομίας.

[λόγ.: 2α: αρχ. διαλεκτική· 1, 2β, 3: σημδ. γερμ. Dialektik < αρχ. διαλεκτική]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go