Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δημοπρασία
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δημοπρασία η [δimoprasía] Ο25 : η δημόσια διαδικασία κατά την οποία εκποιείται κινητό ή ακίνητο πράγμα ή ανατίθεται η εκτέλεση ενός έργου σε όποιον κάνει την καλύτερη χρηματική προσφορά· (πρβ. πλειστηριασμός): Πλειοδοτική / μειοδοτική / φανερή / μυστική ~. Πουλώ / βγάζω κτ. σε ~.

[λόγ. < ελνστ. δημοπρά(της δες στο δημοπρατώ) -σία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go