Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δίγαμμα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δίγαμμα το [δíγama] Ο (άκλ.) : το έκτο γράμμα του παλαιότερου αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου (σύμβολο ὅ), που σταδιακά καταργήθηκε.

[λόγ. < ελνστ. δίγαμμα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go