Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γνησιότης
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
γνησιότης η.
  • (Προκ. για τέκνα) νομιμότητα:
    • Περί κληρονομίας των εις γνησιότητα γενομένων παιδίων φυσικών (Βακτ. αρχιερ. 161).

[αρχ. ουσ. γνησιότης. Η λ. και σήμ. (τητα)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go