Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γλυκός
14 items total [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
γλυκός, επίθ.· θηλ. γλυκή.
– Βλ. και γλυκύς.
  • 1) Γλυκός, ευχάριστος στη γεύση:
    • (Σουμμ., Παστ. φίδ. Β´ [66]).
  • 2) Γλυκός, ευχάριστος στην ακοή:
    • γλυκότατη φωνή (Ερωτόκρ. Α´ 398).
  • 3) Γλυκός στην όψη:
    • κόρη γλυκή (Διγ. Z 2126).
  • 4) (Προκ. για λόγια) μειλίχιος, τρυφερός:
    • (Κορων., Μπούας 61), (Λίβ. Sc. 959).
  • 5) Που προκαλεί ευχαρίστηση, ευχάριστος:
    • γλυκότατην ανάπαψη μου φέρνει το σκοτίδι (Στάθ. Α´ 307
    • Ήτον πολλά γλυκότατος (ενν. ο τόπος) απ’ αηδονίων λαλίτσες (Θησ. Δ´ [653]).
  • 6) Προσφιλής, αγαπητός:
    • Ω ταίρι μου γλυκότατο (Φαλιέρ., Ιστ. 339
    • φοβούμαι σε, γλυκιά Χώρα, ο Τούρκος μην σε πάρει (Θρ. Κύπρ. Μ 278).
  • Το ουδ. ως ουσ. = σεληνιασμός, επιληψία (αν δεν πρόκ. για κοιλόπονο):
    • (Σταφ., Ιατροσ. 13363).

[<επίθ. γλυκύς. Η λ. στο Meursius και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γλυκός -ιά -ό [γlikós] Ε2 : I1. που έχει τη χαρακτηριστικά ευχάριστη γεύση της ζάχαρης: Aγοράσαμε ένα πεπόνι γλυκό σαν μέλι. Γλυκά πορτοκάλια. ANT ξινά. Φτιάξε μου ένα βαρύ γλυκό (ενν. καφέ), με πολλή ζάχαρη. Γλυκό κρασί. || (ως ουσ.) το γλυκό: Tέσσερις είναι οι κύριες ποιότητες των αισθημάτων της γεύσης: το γλυκό, το πικρό, το ξινό, το αλμυρό. 2. που δεν είναι αλατισμένος ή αλμυρός: Γλυκό τυρί. H σάλτσα έγινε γλυκιά. Γλυκό νερό, το νερό των ποταμών και των λιμνών. ANT θαλάσσιο. ΦΡ του γλυκού νερού, για κπ. άπειρο, ατζαμή: Kαπετάνιος του γλυκού νερού. || που δεν έχει τη συνηθισμένη του χαρακτηριστική γεύση: Γλυκιά μουστάρδα. ANT πικάντικη. ~ τραχανάς. ANT ξινός. 3. για κτ. εύγευστο, νόστιμο: Γλυκιά ντομάτα. Γλυκά κάστανα. (έκφρ.) δε φάγαμε γλυκό ψωμί, είχαμε όλο πίκρες και στενοχώριες. II. (μτφ.) 1. για ό,τι προκαλεί αισθήματα ή συναισθήματα ευχαρίστησης, απαλότητας, ηπιότητας: Γλυκιά μουσική, ευχάριστη, μελωδική. Aκούστηκε ένα πολύ γλυκό τραγούδι. Γλυκό φως. Γλυκά αρώματα. ~ καιρός. ~ χειμώνας, μαλακός, ήπιος. Γλυκιά βραδιά. Γλυκό αεράκι, απαλό. Γλυκιά ανάμνηση. Γλυκιά ελπίδα. Γλυκό φιλί. ~ πόνος, όχι έντονος. ~ ύπνος, ατάραχος. (ευχή σε κπ. που πάει να κοιμηθεί) όνειρα γλυκά. 2. (για πρόσ.) συμπαθητικός, αγαπητός, χαριτωμένος: ~ άνθρωπος. Aυτή η κοπέλα έχει πολύ γλυκό πρόσωπο. || (με συναισθηματική φόρτιση): Tα γλυκά σου τα χεράκια! Γλυκέ μου! Γλυκιά μου αγάπη! ΦΡ κάνω (τα) γλυκά μάτια σε κπ., προσπαθώ να τραβήξω το ερωτικό του ενδιαφέρον. γλυκούτσικος -η / -ια -ο YΠΟKΟΡ. γλυκούλης -α -ικο YΠΟKΟΡ (για πρόσ.): Δεν είναι ~; γλυκά ΕΠIΡΡ: Tου μίλησε ~ για να τον ηρεμήσει / καλμάρει. γλυκούτσικα ΕΠIΡΡ YΠΟKΟΡ. γλυκούλικα ΕΠIΡΡ YΠΟKΟΡ.

[μσν. γλυκός < αρχ. γλυκ(ύς) μεταπλ. -ός κατά τα επίθ. σε -ός· γλυκ(ός) -ούτσικος· γλυκ(ός) -ούλης]

[Λεξικό Κριαρά]
γλυκοσαλίζω.
  • Ησυχάζω, ανακουφίζομαι:
    • Ανίμενα τη λύτρωση, τ’ άρματα για ν’ αφήσου κι οι χριστιανοί για να χαρού και να γλυκοσαλίσου (Τζάνε, Κρ. πόλ. 45922).

[<επίρρ. γλυκά + σαλίζω. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ)]

[Λεξικό Κριαρά]
γλυκοσοθεμένος, μτχ. επίθ.
  • 1) (Προκ. για μάτια) γλυκός, όμορφος:
    • (Στάθ. Ιντ. α´ 7).
  • 2) (Προκ. για λόγια) γλυκός, τρυφερός:
    • (Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α´ 101 (έκδ. συ‑).)>

[<επίρρ. γλυκά + μτχ. παρκ. του σοθέτω]

[Λεξικό Κριαρά]
γλυκόσταμα το.
  • Γλυκιά σταλαγματιά:
    • (Αχιλλ. L 552).

[επίθ. γλυκός + ουσ. στάμα]

[Λεξικό Κριαρά]
γλυκοσταματόβρυσις η.
  • Βρύση που στάζει γλύκα·
    • (εδώ προκ. για αγαπημένο πρόσωπο):
      • (Αχιλλ. N 817 (έκδ. στο‑).)>

[<ουσ. γλυκόσταμα + βρύσις]

[Λεξικό Κριαρά]
γλυκοσύνη η.
  • 1) (Προκ. για τραγούδι) γλυκύτητα:
    • (Θησ. Γ´ [134]).
  • 2) Τρυφερότητα:
    • φιλεί, κρατεί … και δείχνει σου καλογνωμιάν, μεγάλην γλυκοσύνην (Σπαν. (Ζώρ.) V 374).
  • 3) Ευγένεια στους τρόπους, καλοσύνη:
    • Όλους τους επροσκύνησεν μετά την γλυκοσύνην (Θησ. Ζ´ [1065]).

[<επίθ. γλυκός + κατάλ. σύνη. Η λ. στο Meursius]

[Λεξικό Κριαρά]
γλυκοσυνοδιά η.
  • Τρυφερή σύντροφος:
    • (Ch. pop. 282).

[<επίθ. γλυκός + ουσ. συνοδιά. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ)]

[Λεξικό Κριαρά]
γλυκοσυντηρώ.
  • Κοιτάζω με γλυκύτητα, με συμπάθεια:
    • Απομακρεά τον χαιρετά και γλυκοσυντηρά τον (Σαχλ., Αφήγ. 380).

[<επίρρ. γλυκά + συντηρώ. Η λ. και σήμ. κρητ. (ΙΛ)]

[Λεξικό Κριαρά]
γλυκοσύντροφος ο.
  • Αγαπητός σύντροφος:
    • (Θησ. Ε´ [383]).

[<επίθ. γλυκός + ουσ. σύντροφος]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go