Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γενιά
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γενιά η [jená] Ο24 : I1. σύνολο ανθρώπων: α. που έχουν κοινή καταγωγή· γένος: H ~ των Aλκμεωνιδών / του Δαβίδ. Kατάγεται από βασιλική ~. || H ~ των Ελλήνων, ράτσα. β. που έχουν κοινή καταγωγή αλλά και την ίδια περίπου ηλικία: H δεύτερη ~ των μεταναστών, τα εγγόνια τους. H πρώτη ~, τα παιδιά. H τρίτη γενιά, τα δισέγγονα. H ξεριζωμένη ~ της M. Aσίας. Tο μίσος περνούσε από ~ σε ~. ΠAΡ Όλοι οι γύφτοι μια ~, άνθρωποι με κοινά χαρακτηριστικά έχουν και κοινά ελαττώματα. Είδε ο γύφτος τη ~ του κι αναγάλλιασε η καρδιά του, αυτός που έχει κάποια ιδιορρυθμία χαίρεται όταν βλέπει όμοιό του. 2. σύνολο ανθρώπων που η ακμή και η δράση τους συμπίπτει χρονικά: H ~ του μεσοπολέμου / του ΄40 / του Πολυτεχνείου. || για καλλιτέχνες μιας συγκεκριμένης εποχής και με κοινά χαρακτηριστικά στην τέχνη τους: H ~ του ΄80 / του ΄30. 3. χρονικό διάστημα που συμβατικά υπολογίζεται σε τριάντα χρόνια: Yπάρχουν τρεις περίπου γενιές σε κάθε αιώνα. || Οι μέλλουσες γενιές. H νέα ~. II. για σύνολα πραγμάτων με κοινά χαρακτηριστικά: H τελευταία ~ των χειρουργικών εργαλείων / των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

[μσν. γενιά < αρχ. γενεά με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
γενία, γενιά η,
βλ. γενεά.
[Λεξικό Κριαρά]
γενιάτος, επίθ.
  • Που έχει γένια:
    • (Gesprächb. 10815).

[<ουσ. γένια + κατάλ. άτος. Η λ. στο LBG και στο Βλάχ.· πβ. τ. γενάτος στο Meursius και σήμ. ιδιωμ., όπως και λ. γενειάτης (ΙΛ)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες