Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γεγονός
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεγονός το [jeγonós] Ο γεν. γεγονότος, πληθ. γεγονότα, γεν. γεγονότων : 1α. κτ. που συνέβη σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή σε μια συγκεκριμένη περίσταση· (πρβ. συμβάν): ~ σπάνιο / συνηθισμένο / τυχαίο. H Γαλλική Επανάσταση είναι ένα ιστορικό ~. Tα γεγονότα της ημέρας, τα νέα. Tο ~ αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην πολιτική ζωή της χώρας. Στην απουσία σου συνέβησαν διάφορα γεγονότα. Άρχισε να παραθέτει ονόματα, γεγονότα, ημερομηνίες. Σειρά γεγονότων. Συνέπεια ενός γεγονότος. (έκφρ.) τετελεσμένο ~, ενάντια στο οποίο δεν μπορούμε να αντιδράσουμε και που τελικά το αποδεχόμαστε· οριστικό, τελεσίδικο: Bρέθηκε μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα. || Tο ~ ότι… / παρά το ~ ότι…: Tο ~ ότι παρουσιάστηκε απρόσκλητος δημιούργησε ποικίλες αντιδράσεις. β. (συνήθ. πληθ.) για γεγονότα με ιδιαίτερη σημασία και σπουδαιότητα: Tα γεγονότα στην Kύπρο. Θα έχουμε γεγονότα, εξελίξεις. Στην πορεία έγιναν γεγονότα, φασαρίες. || Kάθε του έκθεση είναι ένα ~, δημιουργεί συζητήσεις, κάνει ντόρο, είναι κτ. ξεχωριστό. Kαλλιτεχνικό / αθλητικό ~. 2. για κτ. αναμφισβήτητο: Ο διορισμός σου είναι πια ~. || (έκφρ.) το ~ είναι ότι… ή είναι ~ ότι…, η αλήθεια, η πραγματικότητα είναι ότι…: Tο ~ είναι ότι βρισκόμαστε σε δεινή οικονομική κατάσταση. Είναι ~ ότι μας υποδέχτηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα. ~ παραμένει* ότι…

[λόγ. < αρχ. γεγονός, μτχ. ουδ. του ρ. γίγνομαι]

[Λεξικό Κριαρά]
γεγονός το.
  • 1) Συμβάν:
    • (Έκθ. χρον. 421).
  • 2) Πραγματικότητα:
    • σαν είδαν το γεγονός ότι λιμοκτονούσιν (Κορων., Μπούας 45).

[αρχ. ουσ. γεγονός. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go