Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βιός
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βίος ο [víos] Ο18 : 1. (λόγ.) η ζωή: Πολυτάραχος / πολυκύμαντος / περιπετειώδης ~. Διάγει έντιμο βίο. Ο ~ του δικτατορικού καθεστώτος προβλέπεται σύντομος. || (ευχή) (εύχομαι) βίο(ν) ανθόσπαρτο(ν)*. (έκφρ.) παράλληλοι* βίοι. διά βίου, σ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής. ΦΡ ~ και πολιτεία*. κάνω σε κπ. το βίο αβίωτο, με τη συμπεριφορά και τις ενέργειές μου, τον ταλαιπωρώ, τον βασανίζω, του κάνω τη ζωή δύσκολη: Mου κάνει το βίο αβίωτο με τα επεισόδια που προκαλεί κάθε μέρα. (λόγ.) εξεμέτρησε το ζην* / τον βίον. || (νομ.) πρότερος* έντιμος ~. 2. (λόγ.) η δραστηριότητα σ΄ έναν τομέα της κοινωνικής ζωής: Ο πολιτικός του ~ υπήρξε σύντομος. Ο συζυγικός της ~ ήταν δυστυχισμένος. 3. η εξιστόρηση της ζωής και της δραστηριότητας προσώπων· βιογραφία: Bίοι αγίων / μεγάλων ανδρών.

[λόγ. < αρχ. βίος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βιος το [vjós] & βιο το [vjó] Ο (άκλ.) : (λαϊκότρ.) η (κινητή ή ακίνητη) περιουσία, ο πλούτος· τα αγαθά: Έχει / απόχτησε μεγάλο / λίγο / πολύ ~. Έφαγε / έχασε όλο το ~ του στα χαρτιά. ΠAΡ Ελάτε εσείς οι γνωστικοί* να φάτε του τρελού το ~.

[μσν. βίος, το (με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.) < αρχ. βίος, ὁ (μεταπλ.)· αποβ. του τελικού [s] κατά τα άλλα ουδ. σε -ο]

[Λεξικό Κριαρά]
βίος (I) ο· βγίος· βίγιος· βιος.
  • 1) Ανθρώπινη ζωή (ως κατάσταση, διάρκεια, τρόπος, στάση, πορεία):
    • (Διγ. Gr. 904), (Zήν. Β´ 7).
  • 2) Τα αγαθά, τα υπάρχοντα, περιουσία (γενικώς):
    • (Θυσ. 1001), (Βακτ. αρχιερ. 188).
  • 3) Θησαυρός:
    • ήθελε να σκάψει εις κανέναν τόπον οπού ηξεύρει ότι έχει βίον (Ασσίζ. 2228).
  • 4) Πλούτος (ως κατάσταση):
    • να νυκτοκοπιάζουσι, … διά να μην ξεπέσουσιν από τον βιον απὄχουν (Γεωργηλ., Θαν. 169).

[αρχ. ουσ. βίος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
βίος (II) το· βιος.
  • 1) Περιουσία, αγαθά, πλούτος:
    • εμάζωνε βίος πολύ (Βεντράμ., Φιλ. 115).
  • 2) Θησαυρός:
    • το βιος σου να το φέρεις προς εσέναν (Κυπρ. ερωτ. 156).
  • 3) Ευμάρεια, άνεση:
    • ’κ το βίος εξεπέσασιν κι ύστερα διακονίσα (Βεντράμ., Φιλ. 6).

[<ουσ. βίος ο. Ο τ. και σήμ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βιοσύνθεση η [viosínθesi] Ο33 : (βιολ.) η παραγωγή οργανικών ενώσεων από ζωντανούς οργανισμούς.

[λόγ. < αγγλ. biosynthesis < bio- = βιο- + αρχ. σύνθε(σις) -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βιόσφαιρα η [viósfera] Ο27 : (βιολ.) το σύνολο των έμβιων όντων που υπάρχουν στη γη.

[λόγ. < γαλλ. biosphère < bio- = βιο- + αρχ. σφαῖρα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go