Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βαθμηδόν
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμηδόν [vaθmiδón] επίρρ. χρον., τροπ. : (λόγ.) με συνεχή και σταθερό ρυθμό, χωρίς απότομες αυξομειώσεις, λίγο λίγο, σιγά σιγά: Ο καιρός ~ θα βελτιωθεί. H κατάσταση του αρρώστου ~ καλυτερεύει.

[λόγ. < ελνστ. βαθμηδόν, αρχ. σημ.: `βήμα βήμα΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες